Αυτό που κατόρθωσε στην ιστορική πορεία της η σοσιαλδημοκρατία, γράφει η Sheri Berman στο βιβλίο της «Το πρωτείο της πολιτικής» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2014), ήταν να αναθεωρήσει ριζικά τη σχέση κράτος-αγορά-κοινωνία, να επιβάλει κανόνες και όρια στον καπιταλισμό ώστε, ενίοτε, να υπηρετεί εκείνος τις ανάγκες της κοινωνίας και όχι το αντίστροφο.
«Κάτι τέτοιο», ισχυρίζεται, «απείχε πολύ απ’ ό,τι πρέσβευαν οι φιλελεύθεροι (που τάσσονταν υπέρ της πλήρους ελευθερίας των αγορών και της μέγιστης δυνατής ελευθερίας για το άτομο) αλλά και απ’ ό,τι επεδίωκαν οι μαρξιστές και οι κομμουνιστές (τον θάνατο του καπιταλισμού). Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η αφήγηση περί του τέλους της Ιστορίας, η ιδεολογία που θριάμβευσε τον 20ό αιώνα δεν ήταν ο φιλελευθερισμός. Ηταν η σοσιαλδημοκρατία».
Αυτός ο θρίαμβος, όμως, στο γύρισμα του αιώνα, μετατράπηκε σε μια αργή αλλά σταθερή πορεία μαρασμού. Από τα τέλη του 1980 η εκλογική, άρα πολιτική, δύναμη της σοσιαλδημοκρατίας βαίνει μειούμενη, παρά την έκλαμψη του μπλερικού «Τρίτου Δρόμου» στην Αγγλία και του «Νέου Κέντρου» (Neue Mitte) του Γκέρχαρντ Σρέντερ στη Γερμανία – μια νέα πνοή για τη σοσιαλδημοκρατία που όμως εγκατέλειπε έτσι ιδεολογικές σταθερές της, όπως η ρυθμισμένη αγορά εργασίας και η φορολογική αναδιανομή, χάριν μιας περισσότερο οικονομικά φιλελεύθερης λογικής.
Η κυριαρχία αποδείχθηκε προσωρινή και διόλου μακρόπνοη. Η πτωτική τάση συνεχίστηκε, με την κρίση του 2008 επιταχύνθηκε, και όχι μόνο στις χώρες του Νότου. Από την άποψη των εκλογικών επιδόσεων, η Σοσιαλδημοκρατία έχει πλέον υποβιβαστεί σε δεύτερη κατηγορία σε σχέση με τα «ένδοξα τριάντα» χρόνια της ηγεμονίας της.
Λέγεται ότι η σοσιαλδημοκρατία έπεσε θύμα του θριάμβου της. Πράγματι, μια σειρά μεταρρυθμίσεις που προώθησε είναι πλέον τόσο αυτονόητες όσο η αναπνοή. «Υπάρχει κανείς που πιστεύει ότι οι άνθρωποι δεν θα πρέπει να έχουν σύνταξη;» αναρωτιέται γλαφυρά ένας σοσιαλδημοκράτης πολιτικός.
Ωστόσο, οι αιτίες είναι περισσότερες. Οπως τις συνοψίζει ένα πρόσφατο άρθρο του Economist («Rose thou art sick», 2/4/2016), η σοσιαλδημοκρατία δεν κατόρθωσε να προσαρμοστεί στις δομικές αλλαγές της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και του ευέλικτου μετα-φορντικού καπιταλισμού, έγινε μια υπερβολικά mainstream και συναινετική πολιτική δύναμη, ενώ θόλωσε η ιστορική αναφορά της στην εργατική τάξη, καθώς σήμερα τη θέση της εργατικής ταυτότητας παίρνουν υβριδικές ταυτότητες όπου αναμειγνύονται στοιχεία της εργατικής και μικροαστικής τάξης, των δυναμικών μεσοστρωμάτων, της ευέλικτης κινητικής εργασίας κ.ο.κ.
Πάνω απ’ όλα όμως, στην τελευταία εκείνη στιγμή κυριαρχίας της, στα τέλη του 1990, η Σοσιαλδημοκρατία έχασε την ευκαιρία να βάλει τη σφραγίδα της στο μονοπάτι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αντίθετα, μάλλον εσωτερίκευσε την ατζέντα του αντιπάλου: ποτέ στο παρελθόν οι σοσιαλδημοκράτες δεν πίστευαν τόσο στην αυτορρύθμιση της αγοράς και στον περιορισμό της δημόσιας παρέμβασης.
Με την είσοδο στην κρίση, επιχείρησαν να αρθρώσουν κάποιες θέσεις υπέρ μιας ισχυρότερης χρηματοπιστωτικής ρύθμισης σε επίπεδο Ε.Ε. Ηταν όμως too little, too late. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ήταν πια ένας «ισχνός παίκτης», όχι μόνο εκλογικά αλλά και προγραμματικά, όπως σημειώνει ο Fabien Escalona («A Case of “Path Dependence”»: Social Democracy in Western Europe», Near Futures Online, Μάρτιος 2016).
Το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα πολύ απείχε από το να διατυπώσει μια συνεκτική πρόταση ευρω-κεϊνσιανισμού. Ουδέποτε αμφισβήτησε τον ρόλο των αγορών στην κατανομή πόρων, δεν έθιξε τη δέσμευση της ΕΚΤ σε μια αποκλειστικά αντι-πληθωριστική πολιτική, ούτε επερώτησε… το χρυσό κλουβί της λιτότητας.
Διχασμένη καθώς είναι, μάλιστα, ανάμεσα σε κήρυκες της δημοσιονομικής αρετής, όπως ο Γερούν Ντάισελμπλουμ του ολλανδικού Εργατικού Κόμματος, και σε αμήχανους αντιπάλους της λιτότητας, όπως ο Πορτογάλος πρωθυπουργός Αντόνιο Κόστα, αισθάνεται απειλητικό το φάσμα μιας ενδεχόμενης «πασοκοποίησης» (pasokification).
Η σοσιαλδημοκρατία μοιάζει αποδυναμωμένη, ανήμπορη, εγκλωβισμένη σε ένα θεσμικό πλαίσιο που σε μεγάλο μέρος οφείλεται στον δικό της θρίαμβο και τώρα στρέφεται εναντίον της.
Η εκλογική, προγραμματική, ιδεολογική τελικά αδυναμία φαίνεται να έχουν έναν κοινό παρονομαστή: την απώλεια εκείνου του νεανικού ορμητικού σφρίγους που έκανε άλλοτε τη σοσιαλδημοκρατία να φαντάζει μια δύναμη απολύτως μοντέρνα, που κρατάει στα χέρια της ένα φιλόδοξο ορθολογικό σχέδιο διαρκούς βελτίωσης του κόσμου και της ζωής των ανθρώπων.
Για να το πούμε διαφορετικά, αυτό που χάθηκε ήταν ακριβώς το μεγάλο πλεονέκτημα των σοσιαλδημοκρατών απέναντι στους δίδυμους ανταγωνιστές τους, τους κομμουνιστές. Εάν η πίστη των ορθόδοξων μαρξιστών στους σιδερένιους νόμους της ιστορίας οδηγούσε τελικά σε μια πολιτική παθητικότητα και στο πολιτικό περιθώριο, για τους σοσιαλδημοκράτες, λέει και πάλι η Sheri Berman, ήταν ζωτική μια εναλλακτική πρόταση που τη χαρακτήριζε «η ακλόνητη προσήλωση στην πρωτοκαθεδρία της πολιτικής έναντι της οικονομίας».
Η νίκη του σοσιαλισμού δεν ήταν ιστορικά αναγκαία, αλλά περνούσε μέσα από την ανθρώπινη βούληση και την πολιτική δράση. Σήμερα, αν στη θέση της πίστης στους νόμους της οικονομικής ιστορίας βάλουμε την παθητική αποδοχή των «αναπόδραστων» καταναγκασμών της αγοράς, θα λέγαμε ότι κατά παράδοξο τρόπο οι σοσιαλδημοκράτες μοιάζουν με τους αλλοτινούς ορθόδοξους μαρξιστές. Αλλά επ’ αυτών, θα χρειαστεί να επανέλθουμε.
*Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ευρωκομμουνισμός – Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά»
* πολιτικού επιστήμονα
