Η Ελλάδα είναι χώρα με πολλές ιδιαιτερότητες – πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και κυρίως ιστορικές. Αλλά πέραν αυτών έχει και μια άλλη μοναδικότητα: το ήμισυ του πληθυσμού της ζει σε έναν και μόνο νομό, τον νομό Αττικής, και πιο συγκεκριμένα γύρω από τον Δήμο της Αθήνας.
Οποιος θυμάται την πόλη από τη δεκαετία του 1950 και τραγουδούσε πως «ο Θεός είναι Πλακιώτης… κι όταν σιγοψιχαλίζει τα βασιλικά ποτίζει», εάν κάνει μια μεγάλη βόλτα στο κέντρο και στα άκρα της πόλης θα υποστεί μεγάλο και αξεπέραστο σοκ.
Η Πλάκα είναι κέντρο τουριστικού υπερθεάματος, η Πατησίων περιοχή θανατηφόρων καυσαερίων, αντί για ευωδιές ανοιξιάτικων λουλουδιών, και κανένα από το στέκια της πόλης δεν έχει απομείνει να θυμίζει πως υπήρχαν και άλλοι τρόποι ζωής και διασκέδασης, άλλα ενδιαφέροντα και θέματα συζήτησης.
Η υπερ-πόλη τού σήμερα χρειάζεται και σύγχρονα μέσα για να είναι λειτουργική. Μονά-ζυγά, μετρό, τραμ, λεωφορειόδρομους, απαγορεύσεις στάθμευσης και οικολογικά αυτοκίνητα και λεωφορεία.
Ολα αυτά συνθέτουν μια νέα δυναμική και κάνουν ανεκτή την πόλη με την ασφυκτική πίεση του χώρου και της συγκέντρωσης των ανθρώπων σε περιοχές είτε εμπορικές είτε κυβερνητικών υπηρεσιών και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Η πόλη δύσκολα αναπνέει τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού· το ίδιο και τις κρύες μέρες του χειμώνα από την αιθαλομίχλη που δημιουργείται από την καύση διαφόρων ρυπογόνων υλικών.
Είναι μια πόλη άσχημη παρ’ όλη τη φυσική ομορφιά της· μια πόλη χτισμένη ως έτυχε, δίχως χώρους πρασίνου, δίχως χώρους στάθμευσης, δίχως σοβαρά δημόσια κτίρια, δίχως πλατείες και υπηρεσίες για ανάπαυση και περισυλλογή.
Ο,τι όμορφο υπάρχει ανήκει σ’ αυτά που έχει απλόχερα χαρίσει η φύση – βουνά, λόφους, άπλετη γραμμή της θάλασσας, που περιβάλλει σαν πλουμιστό στολίδι την πέτρα, η οποία καθορίζει το ελληνικό τοπίο.
Η πεδιάδα των Μεσογείων είναι πια το τεχνολογικό τοπίο του αεροδρομίου και η ανατολική ακτή το νέο κέντρο που υποκαθιστά τον Πειραιά, που δεν επαρκεί για τις θαλάσσιες συγκοινωνίες.
Ο παλιός και κυρίως ο νεοφερμένος κάτοικος της Αθήνας («της διαμαντόπετρας στης Γης το δαχτυλίδι») μπορεί και κινείται και «αναπνέει» απ’ ό,τι πιο χρηστικό απέμεινε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, το μετρό και το τραμ.
Και τα δύο είναι το σήμα κατατεθέν μιας πόλης που μπορεί να εξυπηρετεί τους κατοίκους και τους επισκέπτες της με τον πιο λειτουργικό και αποτελεσματικό τρόπο.
Μπορεί να δώσει στην πόλη μια σφραγίδα επιτυχίας και ελπίδας για το μέλλον.
Μπορεί να υποσχεθεί πως η πόλη θα σηκωθεί στα πόδια της μετά τη μεγάλη δυστυχία, να βρίσκεται επί χρόνια υπό τη δαμόκλειο σπάθη της πτώχευσης.
Κι όμως, απ’ ό,τι γράφεται, ο υπόγειος (μετρό), που πολύ πρόσφατα λειτουργούσε άψογα συμβάλλοντας καθοριστικά στην αξιοπρεπή λειτουργία της πόλης, βρίσκεται σε κίνδυνο να παραλύσει κάτω από τον φόβο επιθέσεων, όχι από τζιχαντιστές τρομοκράτες, αλλά από εγχώριους αγροίκους, υποτιθέμενους αντιρρησίες για κάτι το νοητικά ακαθόριστο και ψυχολογικά αυτοκαταστροφικό.
Δεν υπάρχει χώρος να γίνει ανάλυση βάθους στο ζήτημα. Γι’ αυτό θα χρειαστεί κοινωνική ψυχολογία και μελέτη των ψυχολογικών επιπτώσεων από τη γιγάντωση και την ασχήμια της Αθήνας.
Γενικά η Αθήνα ήταν μια πόλη όπου μικρές μειονότητες μπορούσαν να επιβάλουν τη θέλησή τους για κάποιες ώρες ή μέρες πάνω στη μέγιστη πλειονότητα της πόλης. Διαχρονικά οι κυβερνήσεις απλώς διατείνονταν πως θα πατάξουν τις διάφορες βίαιες εκδηλώσεις, αλλά δύσκολα έπαιρναν τέτοια απόφαση.
Η πόλη πέρασε μια μακρά περίοδο με δολοφονίες και βομβιστικές ενέργειες από οργανώσεις οι οποίες ήθελαν να αλλάξουν ή να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη για τον πολιτικό και κοινωνικό προσανατολισμό της. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η περίοδος ξεπεράστηκε οριστικά.
Τώρα, το νέο πρόγραμμά τους είναι η επίθεση στις δημόσιες συγκοινωνίες, δηλαδή στις αρτηρίες της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της πόλης.
Εδώ όμως υπάρχει μια ευθύνη της κυβέρνησης, η οποία δεν φαίνεται να είχε σαφή σχέδιο και πολιτική βούληση για την ασφάλεια των πολιτών.
Δεν έγινε ποτέ ευκρινές ποια είναι η φιλοσοφία της σχετικά με τον ρόλο της στην ασφάλεια, εσωτερική και εξωτερική.
Η πρόληψη είναι αυτονόητο πως είναι η καλύτερη πολιτική για το έγκλημα και την ανομία, αλλά οι πράξεις βανδαλισμού και βίας οι οποίες ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη χρειάζονται αποφασιστικότητα και σχέδιο για να μην οδηγήσουν στην πλήρη υποβάθμιση της πόλης.
Το να αφεθεί η Αθήνα σε μια από τις συνηθισμένες και καθιερωμένες από σειρά κυβερνήσεων κατάσταση -«άσε να δούμε πώς θα πάει, δηλαδή ας το αφήσουμε στον καιρό ή στους άλλους»- είναι τόσο επικίνδυνο για την κυβέρνηση όσο και για τους πολίτες και την πόλη.
Είναι επικίνδυνο για την Ελλάδα ολόκληρη, μια και το λεκανοπέδιο στεγάζει τη μισή Ελλάδα, παράγει μεγάλο μέρος του ΑΕΠ και είναι το διοικητικό κέντρο της χώρας.
Οι καιροί δεν επιτρέπουν αβελτηρίες και εφησυχασμούς ούτε για την Αθήνα ούτε για τη χώρα.
