Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενας ήπιος ενθουσιασμός με κατέκλυσε, διαβάζοντας προχθές –και βλέποντας βεβαίως– το αφιέρωμα της εφημερίδας «Guardian» στις πιο πολύχρωμες πόλεις του κόσμου. Το άρθρο έκανε ένα ταξίδι από την πρωτεύουσα της Κούβας, Αβάνα, έως τις «γαλάζιες πόλεις» Τσεφτσαουέν στο Μαρόκο και Τζοντπούρ στην Ινδία, αλλά και στα γειτονικά μας Τίρανα ή στη βορινή Κοπεγχάγη και έπειτα στο Κέιπ Τάουν.

Χρώματα γέμισαν τα μάτια και διέτρεξα τις εικόνες σαν διψασμένος τουρίστας που δεν χορταίνει να φωτογραφίζει την ομορφιά: από το επιβλητικά «δροσερό» γαλάζιο της Ινδίας –για λόγους δροσιάς έβαψαν, λέει, τα σπίτια στην Τζοντπούρ θαλασσιά, για λόγους θρησκευτικής πίστης στην Τσεφτσαουέν– έως τα έντονα αναμειγμένα ροζ και πράσινα και κανελιά της Λα Μπόκα στο Μπουένος Αϊρες, αλλά και τα γεμάτα ώχρα κόκκινα και θαμπά κίτρινα του Βαλπαραΐσο στη Χιλή.

Αναρωτήθηκα πώς να είναι οι άνθρωποι που ζουν εκεί. Τι είναι αυτό που τους ώθησε –εκτός από την ανάγκη ίσως ή την προγονική συνήθεια– να βάλουν χρώμα στις γειτονιές τους. Γιατί οι περισσότερες δεν μοιάζουν γειτονιές εύπορες, με ακριβά γούστα και γρήγορα αυτοκίνητα. Το αντίθετο.

Οπως αναφέρουν τα κείμενα που συνοδεύουν τις εικόνες, πολλά από αυτά τα «μπογιατίσματα» ξεκίνησαν έπειτα από την πρωτοβουλία ενός δημάρχου. Στο Μεξικό, στην Πατσούτα, μια ομάδα καλλιτεχνών δρόμου –σε συνεργασία με την κυβέρνηση– ζώστηκε χρώματα, σπρέι και πινέλα και δημιούργησε ένα υπέροχο κυματιστό τεράστιο γκράφιτι πάνω στους τοίχους των τσιμεντένιων τοίχων στον λόφο Λας Παλμίτας. Η γειτονιά πρέπει να θύμιζε φαβέλες πριν, τώρα όμως δεν χορταίνεις να παρατηρείς την εικόνα.

Ομως η κυβερνητική ώθηση δεν μπορεί να είναι αρκετή. Δεν αρκεί μια πρωτοβουλία, απ’ όπου κι αν προέρχεται, για να γεμίσει χρώμα μια πόλη ή μια γειτονιά. Αν οι αποδέκτες της δεν είναι έτοιμοι ή ανοιχτοί σ’ αυτήν, θα αποτύχει. Πρέπει και οι άνθρωποι που ζουν εκεί να αγαπούν την πόλη τους και να τη φροντίζουν, ακόμη και όταν η ζωή είναι δύσκολη. Δεν γίνεται να είναι αλλιώς.

Στο Βαλπαραΐσο, τα περισσότερα σπίτια φαίνεται να έχουν μεταλλικές σκεπές γεμάτες μπαλώματα –ίσως μια πλήρης αντικατάστασή τους να είναι οικονομικά απρόσιτη. Στην πολυεθνική γειτονιά Μπο-Κάαπ στο Κέιπ Τάουν τα σπίτια είναι μικρά και κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο –θυμίζουν τις παλιές προσφυγικές γειτονιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης: πάστρα, ασβεστωμένοι με χρώμα τοίχοι και λουλούδια. Για την Αβάνα, τι να πεις…

Ολα μυρίζουν μεροκάματο και αγώνα, δυσκολίες και σκληρή καθημερινότητα. Οι άνθρωποι σε κάποιες από αυτές ίσως να παλεύουν και με τη βία και την εγκληματικότητα. Αυτό δεν φαίνεται στις φωτογραφίες –μόνο ως συμπέρασμα επηρεασμένο από τα όσα ακούς και διαβάζεις βγαίνει.

Μια εξαίρεση: η όντως εύπορη Κοπεγχάγη. Εκεί τα κτίρια που στέκονται αραδιασμένα στο λιμάνι, αφήνουν τα χρώματά τους να κάνουν τη δουλειά του ήλιου. Να σπάσουν τη μουντάδα του γκρίζου, σχεδόν απειλητικού ουρανού.

Πάντως, από τις μπαλωμένες σκεπές, τα ξύλινα σπίτια που μόλις στέκονται και αντιστέκονται στον χρόνο ή τα αποικιακά κτίσματα που δεν θυμίζουν τίποτα από τις παλιές δόξες τους, υπάρχει μια πληροφορία που περιμένει να τη διαβάσεις: υπάρχει ευτυχία, υπάρχει χαρά, υπάρχει και αγάπη για τη ζωή. Και αυτές είναι που πάνε κόντρα στο δυνατό ρεύμα των δύσκολων καιρών. Είναι αυτές που χρωματίζουν τα πνεύματα και αυτά με τη σειρά τους τις γειτονιές.

Δεν είναι τα χρήματα που κάνουν τις πόλεις όμορφες, αυτό όλοι το ξέρουμε, είναι οι άνθρωποι που θέλουν να πολεμούν την ασχήμια με ό,τι όπλα έχουν. Εδώ παλεύουν με πινέλα και μπογιές. Και ίσως έτσι παίρνουν πίσω δύναμη για να συνεχίσουν.