Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Να περάσομε μαζί ένα φαράγγι, αυτό είχαν συμφωνήσει Βαρδής, Γεράσιμος, Ευδοκία, Ινώ, Ελισαίος, Θεώνη και Αργύρης το 1997, στο τραπέζι μετά την κηδεία του πατέρα τους, παρουσία της μάνας τους, ολόγυρα στο λευκό λινό τραπεζομάντιλο».

Εφτά αδέλφια από πενήντα δύο χρονών ο μικρότερος, ο Αργύρης, μέχρι εβδομήντα δύο ο μεγαλύτερος, ο Βαρδής, ο οποίος και διάλεξε για την εκπλήρωση του τάματος το ασφεντιανό φαράγγι, στην περιοχή των Σφακίων, όπου και τους συγκέντρωσε όλους, δεκαεπτά χρόνια μετά, στις 11 Μαΐου 2014.

Μια συνάντηση με τον εαυτό και με τους άλλους. Ενας ύμνος στην αδελφική αγάπη, όσο κι αν μυστικά και ψέματα που φωλιάζουν μέσα μας δηλητηριάζουν κάποτε τις ζωές μας και μας ευτελίζουν.

Εφτά αδέλφια, τέσσερα αγόρια και τρία κορίτσια, με ποικιλία τύπων, χαρακτήρων, ενασχολήσεων και διαφορετική πορεία ζωής ο καθένας. Ο Βαρδής διαδέχθηκε τον πατέρα Λεωνίδα Λιόδη στον οικογενειακό φούρνο. Εχει διασχίσει όλα τα φαράγγια του νησιού λύνοντας τα προβλήματά του περπατώντας και νιώθοντας ευγνωμοσύνη για τα βουνά, τα βάραθρα και τις σπηλιές που τον δέχονταν.

Ο ιδεολόγος Γεράσιμος έχει πληρώσει την κρίση κλείνοντας το μαγαζί με τα κατεψυγμένα που διατηρούσε στο Ρέθυμνο. Βρέθηκε στα εξήντα έξι του, με σύνταξη οκτακόσια ευρώ, ταξιτζής στην Αθήνα, νυχτερινή βάρδια.

Η ερωτευμένη με τον άνδρα της Μάρκο, Ευδοκία Χαιρετάκη, το γένος Λιόδη, κρατά, εφτασφράγιστα κλεισμένο μέσα της, το μυστικό της έντιμης αυτοκτονίας του άνδρα της, μόλις έπεσε έξω το λουλουδάδικο που είχαν∙ αφήνει όλους να πιστεύουν ότι πήγε από ατύχημα με το μηχανάκι, όπως ήταν η επίσημη εκδοχή.

Η Ινώ, ζωντοχήρα από τον Φεβρουάριο του ’11∙ «η ζωή της είχε τρακάρει μετωπικά στη στροφή Νένα», τη γειτόνισσα που της πήρε τον άνδρα. Προσπαθεί να βρει παρηγοριά στο κέντημα, και στις εφηβικές της αναμνήσεις.

Ο φαρμακοποιός Ελισαίος ζει στη Φεράρα της Ιταλίας τον έρωτά του με τον Μάουρο και καταφέρνει να επιβάλει την «αφύσικη» σχέση τους στη συντηρητική κοινωνία της πατρίδας του. Κορύφωση αποδοχής και αγάπης η συμπεριφορά της μάνας «επειδή έβλεπε δίπλα του για πρώτη φορά ήρεμο, μπορεί και ευτυχισμένο, τον άλλοτε άχαρο, βασανισμένο και φτυσμένο γιο της».

Η Θεώνη, γεροντοκόρη, ζωγράφος το επάγγελμα, ζει αποκομμένη χρόνια στην Καστοριά∙ «άγραφο γράμμα τα προσωπικά της» για τ’ αδέλφια της. Συγκλονιστική η αφήγησή της για τις τελευταίες μέρες της μάνας τους –δυο χρόνια τη φρόντισε στοργικά– που τους δίδαξε «τον αναστεναγμό της υπομονής»

Τελευταίος ο Αργύρης, ζει μονήρης στην Αλεξανδρούπολη όπου εργάζεται ως κλειδαράς. Γυναικοκατακτητής στα νιάτα του, αφού περιπλανήθηκε σε τόπους και επαγγέλματα, βίωσε θανάσιμα την τραυματική ιστορία με τον άσπρο καρχαρία που του στέρησε τον καλύτερό του φίλο και σακάτεψε τη δική του ζωή.

Καθηλωτική η περιγραφή της φουρτούνας και της επίθεσης του κήτους. Τραγικές οι συνθήκες του τέλους και το μυστικό που έδεσε το πλήρωμα του πλοίου. Καθώς προχωρά η αφήγηση και ενώ περιμένουμε να αρχίσουν οι αποκαλύψεις παρακολουθούμε τον εσωτερικό μονόλογο του καθενός, ή καλύτερα τον διάλογο που ανοίγει με τα παιχνίδια της μνήμης του, αλλά και τις εναλλασσόμενες κατά ζεύγη συζητήσεις. Από αυτόν τον αναστοχασμό, άλλοι οδηγούνται στην εκμυστήρευση και άλλοι στην παρασιώπηση.

Πολυεπίπεδο το καινούργιο μυθιστόρημα της Καρυστιάνη, ενώ φαίνεται να εστιάζει στην οικογένεια και στις αδελφικές σχέσεις, ο καημός της είναι η Ελλάδα της κρίσης, η κρίση της Ελλάδας, η κρίση του κόσμου ολόκληρου. Μέσα από την κρίση, όμως, θέλει να αναθερμάνει τις ανθρώπινες σχέσεις «να ξαναβρούν τη γυαλάδα και τα είκοσι τέσσερα καράτια τους οι θαμποί αδελφικοί δεσμοί».

Ο χρόνος που περνά, η φθορά του σώματος και του μυαλού, τα γηρατειά τελικά κινούν τους απολογισμούς και τις επανεκτιμήσεις της ζωής. Εννοιες όπως η αποκοτιά, ο έρωτας, το ριζικό, ο δεσμός, η θυσία, η οργή, το παράπονο, προβάλλουν από τη μνημονική διαδρομή των ηρώων. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο «το σπιτάκι στη γιαλιά». Το θέμα επανέρχεται αινιγματικά μέχρι να λυθεί στο αριστοτεχνικό τέλος.

Οσο τα εφτά αδέλφια διασχίζουν το φαράγγι, η ζωή συνεχίζεται πίσω τους με ανατροπές. Μέσα από τις προσωπικές ιστορίες και τα πάθη του καθενός, ακόμη και μέσα από τα επαγγέλματά τους, περνά η κοινωνική ζωή και η ιστορία του τόπου. Συχνά ο χρόνος σηματοδοτείται επακριβώς από τα εξαιρετικά γεγονότα που συγκλόνισαν τον κόσμο. Αλλά και από απατηλά συνθήματα, από τις διαφημίσεις, τις ραδιοφωνικές εκπομπές ή τα τραγούδια της εποχής.

Στα διακριτικά της γραφής της Καρυστιάνη θα αναφέραμε πρώτα την περίτεχνη, πλεκτή, αφηγηματική της τεχνική. Υστερα τον τρόπο που χτίζει σταδιακά τους χαρακτήρες των προσώπων, δίνοντάς τους, για να ξετυλιχτούν, ανάσα, δίκαια μοιρασμένη τόσο στους πρωταγωνιστές όσο και στους δευτερεύοντες ήρωες.

Ακολουθεί το χιούμορ της, άλλοτε λεπτό, άλλοτε μαύρο, άλλοτε λαϊκό, άλλοτε σκληρό, κάποτε ανίερο. Χιούμορ που συχνά υποκρύπτει τραγική ειρωνεία. Η αγάπη και η νοσταλγία για τον τόπο της, την Κρήτη, είναι έκδηλη∙ τόπος και άνθρωποι συλλειτουργούν αξεδιάλυτα. Μία δειλή θρησκευτικότητα προβάλλει με χαρακτηρισμούς όπως «ο δροσερός θαλασσινός Χριστός της Χαλέπας» ή με τροπάρια και ψαλμούς που ποικίλλουν τη ζωή και τον λόγο των ηρώων της.

Πολυβραβευμένη η συγγραφέας, με έξι μυθιστορήματα στο ενεργητικό της, δύο συλλογές διηγημάτων, τρία σενάρια ταινιών και δύο βιβλία με σκίτσα –καθόλου ευκαταφρόνητη παραγωγή– κάνει και πάλι αισθητή τη δυναμική και αναγνωστικά απολαυστική παρουσία της. Μιλώντας για την Κρήτη γράφει:

«Σ’ αυτόν τον τόπο οι μισοί είναι φτιαγμένοι για να μυθολογούν, να πλανεύουν και να πλανεύονται»∙ και η ίδια, γνήσιο τέκνο της πατρίδας της, καταφέρνει, και με τα λόγια και με τις αποσιωπήσεις και με τα ξεκάθαρα ειπωμένα και με τους υπαινιγμούς της, να μυθολογεί και να μας πλανεύει.