Οι συγγραφείς των δύο ανά χείρας συλλογών -«Αυτόματα» (Αντίποδες) και «Κόκκινες ουλές» (Ικαρος)- Κώστας Περούλης (Πειραιάς, 1974) και Μαίρη Μικέ (Καβάλα, 1958) είναι τύποις πρωτοεμφανιζόμενοι. Εχουν, όμως, και οι δύο πρώτερη τριβή με τη γραφή: ο Περούλης μέσω της συγγραφής σεναρίων και της δραματουργικής επεξεργασίας θεατρικών παραστάσεων, η Μικέ μέσω σειράς μελετών, άρθρων και δοκιμίων (δεδομένης και της ιδιότητάς της ως καθηγήτριας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ).
Στα δέκα διηγήματα του πρώτου πεζογραφήματός του, ο Περούλης χρησιμοποιεί ως συνεκτικό υλικό την εργασία και την επαναληπτικότητά της – είτε αυτή εκφέρεται μέσα από τη ρουτίνα είτε μέσα από τον αυτοματισμό κινήσεων, αντιδράσεων, σκέψεων.
Οπως δήλωσε πρόσφατα ο ίδιος ο συγγραφέας: «Η δουλειά είναι μια γκρίζα ζώνη προσωπικού και κοινωνικού. Γι’ αυτό και δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει απολύτως η αλλοτρίωση, αργά ή γρήγορα βγαίνει κάτι από τον εαυτό μας – κι εκεί ίσως νιώθουμε μέσα μας τις απώλειες» (πηγή: bookpress.gr).
Ο Περούλης μεταφέρει αυτό το αίσθημα στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής (αν και η εκτίμηση του οπισθόφυλλου του βιβλίου πως οι ιστορίες επιτυγχάνουν την «ακριβή καταγραφή της πραγματικότητας που υιοθετεί το ρυθμό και την ιδιόλεκτο του κάθε επαγγέλματος» δεν βρίσκει παντού εφαρμογή). Πιο αναλυτικά: διαφορετικά επαγγέλματα από όλο το φάσμα της κοινωνικής στρωμάτωσης (από αγροτικές εργασίες ως εκείνη του νομικού) λειτουργούν ως έναυσμα για τον συγγραφέα για να μιλήσει για το πώς το προσωπικό συμφύεται με το επαγγελματικό, για την αμφίσημη κατάδυση στην εργασιακή ρουτίνα.
Ο εργάτης που διαρκώς και με κάθε τίμημα προάγεται, ο μεγαλοαγρότης που χειραγωγεί αλλοδαπούς για τον τρύγο, ο διαδικτυακός έμπορος που λειτουργεί στο όριο της παρανομίας, ο διαπλεκόμενος πολιτικός μηχανικός που στήνει πλειοδοσίες δημοσίων έργων (και «τον στήνουν»), ο -σε πρώτη ανάγνωση- ψυχρός εκδιδόμενος – όλοι τους γρανάζια ενός κοινωνικού ρολογιού που, μάλλον, λέει την ώρα λάθος.
Παραδόξως ίσως, ο Περούλης δεν βάζει στο χαρτί οιονεί ταινίες μικρού μήκους, δεν στηρίζεται παρά ελάχιστα στο χτίσιμο κινηματογραφικών εικόνων – αντ’ αυτού σκάβει βαθιά τους χαρακτήρες του ώστε να αποκαλύψει μύχια, συχνά και πρωτόγονα συναισθήματά τους. Οι διάλογοι είναι κοφτεροί, η γλώσσα λιτή και ακριβής, το συναίσθημα που πηγάζει από τις αφηγήσεις ειλικρινές και μόνο σε λίγα σημεία ανιχνεύονται ίχνη διδακτισμού.
Ξεχωρίζουν το εναρκτήριο διήγημα της συλλογής (που έχει κάτι από το κλίμα των «Τριλοβιτών» του D’J Pancake), ο «Τρύγος», για τη σκληρή αλλά χειρουργική ματιά στη σχέση γηγενών-μεταναστών, καθώς και οι ιστορίες του πολιτικού μηχανικού και του νεαρού ζιγκολό, για τον ιλιγγιώδη ρυθμό και τη συναισθηματική ισορροπία τους. Μοναδική ίσως παραφωνία η ιστορία για το Λοιμωδών, η οποία αποκλίνει από το αφηγηματικό κέντρο της συλλογής τόσο τεχνικά όσο και από πλευράς στόχευσης.
Οι δεκαεπτά ιστορίες, αφηγήσεις καθημερινότητας με αναδρομές, διασταυρώσεις και αντιπαραβολές με τη μεγάλη Ιστορία, της Μικέ στέκουν -γλώσσικά εν πρώτοις- στον αντίποδα εκείνων του Περούλη. Ολοι οι κύριοι χαρακτήρες είναι γυναίκες, ως συγκολλητική ουσία χρησιμεύει το προσωπικό τραύμα της καθεμιάς, η γλώσσα είναι πιο βαριά και πιο λυρική.
Ο αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με ιστορίες γυναικών που έχουν χειραγωγηθεί, στιγματιστεί κοινωνικά, υποστεί βία, καταρρακωθεί από το πένθος. Η γλώσσα που έχει επιλέξει η συγγραφέας εντείνει την οδυνηρή ατμόσφαιρα που, έτσι κι αλλιώς, αναδίδουν τα θέματά της, αν και, σε κάποια σημεία, ισορροπεί μεταξύ μελοδραματισμού και αυθεντικής συγκίνησης.
Σημαντικό στοιχείο -και τολμώ να πω, το προφανές έναυσμα για τη συγκεκριμένη συλλογή- είναι η ανάγκη της Μικέ να κάνει ένα σχόλιο για το πώς η νεότερη Ιστορία κατάφερε να επιφέρει ισχυρά, συνήθως συγκαλυμμένα, τραύματα στις γυναίκες. Τραύματα που συνεχίζουν και στον παρόντα χρόνο του βιβλίου να αιμορραγούν.
Με αυτή τη συνθήκη, η συγγραφέας κάνει όλες της τις επιλογές: από τα αρχαιοπρεπή ή βιβλικά ονόματα των ηρωίδων μέχρι τις υπαρξιακές αναζητήσεις και ανησυχίες που αποτελούν προέκταση των πιο πολλών διηγημάτων. Ενδιαφέρον έχει επίσης και η -από επιλογή- απουσία συγκεκριμένων χωροχρονικών διακριτικών, τα οποία θα επέτρεπαν τον προσανατολισμό του αναγνώστη.
Η εν λόγω επιλογή μάλλον έχει ως στόχο να αφήσει την αφήγηση να υπερβεί την ιστορική της καταγωγή και να αναδείξει παραλληλισμούς με την τρέχουσα πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά -και παρά τα διάσπαρτα ίχνη που αφήνει η Μικέ- μια πιο ευκρινής πυξίδα ίσως ήταν χρήσιμη.
Τέλος, υπάρχει ο αφηγηματικός τρόπος: η όχι εντελώς ρεαλιστική προσέγγιση ιστοριών που αποτελούν de facto μέρος της νεότερης Ιστορίας. Αυτή η αφηγηματική ρευστότητα ταιριάζει με τη γλώσσα που αναπτύσσει η συγγραφέας, εντείνει το συναισθηματικό φορτίο των ιστοριών, ταυτόχρονα όμως κάνει την ανίχνευση της ιστορικής αφετηρίας πιο θολή.
Εν κατακλείδι, πρόκειται για δύο βιβλία που επιλέγουν διαφορετικά αφηγηματικά μέσα, που έχουν άλλη προσέγγιση στη μικρή φόρμα, που συνομιλούν με τη νεότερη Ιστορία με τρόπους οι οποίοι δεν συμβαδίζουν. Κι όμως υπάρχει κάτι που κάνει τις δύο συλλογές να συγκλίνουν: η ευθεία αναφορά στη διελκυνστίνδα μεταξύ πάλης για ζωή και αναδίπλωση του εαυτού – με άλλα λόγια, μεταξύ της αλήθειας που μας επιβάλλει η καθημερινότητα κι εκείνης που επιθυμεί, μα φοβάται να αντικρίσει, ο εαυτός μας.
