Σκεφτόμουν, χθες το πρωί, πως ασθενής είναι αυτός που δεν έχει σθένος, δεν έχει δύναμη, προσωρινά είτε μόνιμα, να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της στιγμής (στιγμιαίες) ή του χρόνου (χρόνιες)∙ το αντίθετο είναι σθεναρός.
Μπορείς επίσης την ασθένεια να την πεις και αδιαθεσία. Ομως η γλώσσα, που ξέρει να βάζει τα πράγματα στη θέση τους, δεν θα βάλει στο στόμα κάποιου, που π.χ. δεν μπορεί (ή δεν θέλει!) να ανταποκριθεί σε πρόσκληση, τη φράση «είμαι αδιάθετος», θα πει το «δεν είμαι διαθέσιμος». Ασε που αν μια γυναίκα θελήσει να δηλώσει… απροθυμία και πει πως «είμαι αδιάθετη»…
Τέλος πάντων, από των τελευταίων ημερών το κρυολόγημα ή δεν ξέρω πώς αλλιώς λέγεται, πέραν της… απερίγραπτης ιατρικής ευκολίας των «ιώσεων» (σου πετάνε μια «ίωση», που δεν κοστίζει και τίποτα σε… επιστημονικό κύρος –και η πίτα αφάγωτη και ο σκύλος χορτάτος!– και όποιον πάρει ο χάρος…) χθες ένιωσα καλύτερα∙ έβηχα λιγότερο και το… βλεννογόνο πήγαινε να ισορροπήσει. Εκείνο που δεν μπορούσα ακόμα να κάνω ήταν να γράψω.
Σκέφτηκα (το εύκολο, που λέγαμε…) πως θα ήταν κοινοτοπία ολκής να περάσω μεταφορικά σε «ασθένειες» και «ιώσεις» (προσωρινές ή χρόνιες, επίκαιρες πάντως) που αφορούν, ας πούμε, την οικονομία μας, τους συνταξιούχους ή τους πρόσφυγες.
Κι εκεί που δεν είχε ακόμα ξημερώσει, είχα πιει τσάι (με λίγο από ξύλο κανέλας) και έβαζα το… πρώτο χαμομήλι της ημέρας, θυμήθηκα τον Τσιφόρο, που έβαζε κάτι μάγκες στα καφενεία να το παραγγέλνουν: «χαμαίμηλον», αρχαιοπρεπώς. Ξανάπιασα τις λέξεις.
Είναι και σε ποιανού στόμα βάζεις την κατάλληλη λέξη και πώς τη βάζεις, ώστε να φανεί αυτό που θέλεις να δείξεις∙ στην προκειμένη περίπτωση, η φιγούρα του μάγκα∙ ότι και καλά ξέρει πώς έλεγαν το χαμομήλι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι και το μοστράρει! Αυτή ήταν η μαγκιά του Τσιφόρου…
