Η «διάκριση» ως χαρακτηριστικό των κοινωνικών ομάδων αναφέρεται κυρίως στην κατοχή του πολιτισμικού κεφαλαίου, το οποίο επηρεάζει αναλόγως και ποικιλοτρόπως την επεξεργασία των έμφυτων αλλά και των προσλαμβανόμενων ερεθισμάτων.
Το παραπάνω συναρτάται με διαδικασίες και λειτουργίες, οι οποίες συντελούνται στο καθημερινό οικογενειακό, φιλικό, εκπαιδευτικό, εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον σε αναλογία της καταγωγής, ηλικίας, του μορφωτικού και οικονομικού κεφαλαίου, τα οποία οριοθετούν τον τρόπο και τη λήψη των αποφάσεων.
Η «διάκριση», στη θεωρητική της επιστημονική έκφανση, όπως αυτή καταγράφεται από τον Μπουρντιέ, οριοθετεί και κατηγοριοποιεί τα κοινωνικά στρώματα καθοριστικά και σε βαθμό που οι συμπεριφορές τους να είναι «προκαθορισμένες» ως αποτέλεσμα των «συνηθειών» της κοινωνικής αναφοράς που έχουν και ανήκουν.
Κάτι τέτοιο βάζει φραγμούς και πλαίσια σε ό,τι αφορά τις προσδοκίες κυρίως που έχουν οι νεότερες και ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες ως προς τα «θέλω», τα «μπορώ», τα «επιδιώκω», τα «απαιτώ», τα «ελπίζω» και άλλα πολλά ανάλογα προσωπικά χαρακτηριστικά που ορίζουν την ατομική και συλλογική παρουσία τους στην άμεση κοινωνική πραγματικότητα.
Ειδικότερα για τα ελληνικά δεδομένα και τη σχέση των κοινωνικών ομάδων με γεγονότα τα οποία προκαθορίζουν ή επηρεάζουν την καθημερινότητά τους, όπως είναι και η σημερινή κατάσταση «κρίσης», που δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μόνο οικονομική, αλλά πολύ περισσότερο συμβολική στο πεδίο ταυτοποίησης της προσωπικής εικόνας που διαμορφώνεται και παρουσιάζεται.
Οι προσδοκίες είναι το «φως» της ελπίδας στην παρουσία των νέων, αφού μέσω αυτών λειτουργούν καθημερινά τόσο ως προς τον τομέα της ψυχαγωγίας όσο κυρίως και ως προς τις μελλοντικές αναμονές στα επαγγελματικά και κοινωνικά πλαίσια αναφοράς και καταξίωσής τους.
Η «εύκολη» διεκδίκηση νέας «κοινωνικής θέσης» μέσω της κινητικότητας που τόσο έντονα προβάλλουν τα ΜΜΕ και τα κοινωνικά δίκτυα και έχουν αναφορά στον χώρο του αθλητισμού επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο λειτουργίας τους αλλά και τις μελλοντικές προσδοκίες τους μέσα από την εικονική προσομοίωσή τους με τα συμβολικά πρότυπα.
Εμμεση σχέση αλλά καθοριστική είναι η κατοχή οικονομικού κεφαλαίου το οποίο θα επιτρέψει την εκπλήρωση των προσδοκιών τους, όπως αυτές διαμορφώνονται, με αποτέλεσμα να επιλέγουν γρήγορες και εύκολες λύσεις απόκτησης χρημάτων.
Ενας καθοριστικός και άμεσος τρόπος για «πλουτισμό» είναι τα στοιχηματικά παιχνίδια στον χώρο του αθλητισμού, στα οποία η συμμετοχή διευκολύνεται με πάμπολλους νόμιμους ή παράνομους τρόπους ανεξαρτήτως ηλικίας, κοινωνικής θέσης, επαγγέλματος και μόρφωσης.
Ο στοιχηματισμός λειτουργεί «εθιστικά» ειδικά στους νέους και στα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα που δεν έχουν ισχυρούς αμυντικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης έναντι των διαφημιζόμενων και προβαλλόμενων συμβολισμών, όπως είναι τα αθλητικά πρότυπα μέσω των καταναλωτικών δυνατοτήτων και της κοινωνικής παρουσίας, εξουσίας και αναγνωρισιμότητας που απολαμβάνουν.
Η πρόσβαση στον αθλητικό στοιχηματισμό μέσω του ηλεκτρονικού διαύλου είναι εφικτή για τον καθένα σε βαθμό που η ανεξέλεγκτη «παράνομη» λειτουργία να υπερκαλύπτει την ελεγχόμενη νόμιμη, όπως αναφέρεται από τα στοιχεία ερευνών στην παγκόσμια αλλά και την ελληνική επικράτεια.
Η κοινωνική διάσταση του στοιχηματισμού δημιουργεί πολλαπλές επιπτώσεις, αφού το ποσοστό κάλυψης των προσδοκώμενων επιτυχιών είναι ελάχιστο έναντι των αποτυχιών που καλύπτει το μέγιστο μέρος από τους συμμετέχοντες «παίκτες», με αποτέλεσμα οι ατομικές και συλλογικές επιπτώσεις να είναι πάρα πολύ σημαντικές.
Ο ρόλος της πολιτείας, η οποία απλά «παρακολουθεί» χωρίς να εποπτεύει και να προλαμβάνει δραστηριότητες όπως είναι ο «ανεξέλεγκτος» νόμιμος και παράνομος στοιχηματισμός, έχει δημιουργήσει στην ελληνική κοινωνία, ειδικά στους νέους, ανεπανόρθωτες καταστάσεις παθογενειών οι οποίες αντανακλώνται ως «κοινωνικό σύμπτωμα» επιδημιολογικού χαρακτήρα.
Η αθλητική επιστήμη και η εκπαίδευση πρέπει να λειτουργήσουν αποτρεπτικά στην επίδραση του «στοιχηματισμού» ως εθιστικού προτύπου αρνητικής διαμόρφωσης και επηρεασμού, ειδικότερα των νέων και των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων, με άμεσους και αποτελεσματικούς τρόπους, μέσα και εργαλεία ανάδειξης και αντιμετώπισης του φαινομένου.
* αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
