Φόβους για διεύρυνση του ρήγματος μεταξύ σιιτών και σουνιτών και για ισχυρούς κλυδωνισμούς στις ήδη εύθραυστες γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή –μεσούσης της προωθούμενης πολιτικής διευθέτησης του συριακού εμφυλίου– γεννά η νέα κλιμάκωση της περιφερειακής αντιπαράθεσης μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν.
Αιτία αποτέλεσε η προχθεσινή εκτέλεση του επιφανούς σιίτη κληρικού και σφοδρού επικριτή του οίκου των Σαούντ, Νιμρ αλ Νιμρ, από τη σουνιτική μοναρχία του Ριάντ, στο πλαίσιο της μαζικότερης εκτέλεσης καταδικασθέντων για «τρομοκρατία» από το 1980.
Αμεση συνέπεια ήταν η έκρηξη οργής στον σιιτικό κόσμο, με μαζικές διαδηλώσεις: από το ανατολικό τμήμα της Σαουδικής Αραβίας και την επίσης σουνιτική μοναρχία του Μπαχρέιν, έως το Ιράκ, τα προπύργια της σιιτικής Χεζμπολάχ στον Λίβανο και φυσικά το αντίπαλο δέος του Ριάντ, το Ιράν, όπου εξοργισμένα πλήθη πυρπόλησαν την πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας στην Τεχεράνη, ενόσω ο αγιατολάχ Χαμενεΐ προειδοποιούσε τον οίκο των Σαούντ με «θεία εκδίκηση» και οι Φρουροί της Επανάστασης προέβλεπαν την πτώση του, χαρακτηρίζοντάς το ανοιχτά «φιλοτρομοκρατικό και αντι-ισλαμικό καθεστώς».
Αργά χθες το βράδυ, ο φραστικός «πόλεμος» μεταξύ Ριάντ και Τεχεράνης είχε περάσει στο διπλωματικό επίπεδο, με το Ριάντ να ανακοινώνει τη διακοπή των διμερών διπλωματικών σχέσεων, ρίχνοντας έτσι και πάλι το «μπαλάκι» των αντιδράσεων στο ιρανικό «τερέν».
Προς το παρόν, παραμένει άγνωστο ποιος θα μπορούσε να βγει πραγματικά ωφελημένος από αυτό το νέο περιφερειακό «μπαρ-ντε-φερ», με εξίσου αδιερεύνητες τις γεωπολιτικές του προεκτάσεις στη Μέση Ανατολή, όπου οι εστίες έντασης δείχνουν να πολλαπλασιάζονται, παρά να σβήνουν.
Ριψοκίνδυνο παιχνίδι
Πιο επικίνδυνη εστία φαντάζει τώρα αυτή της ίδιας της Σαουδικής Αραβίας, η ηγεσία της οποίας παίζει αναμφίβολα ένα ριψοκίνδυνο παιχνίδι.
Στη «σκιά» της πρωτόγνωρης ύφεσης στη Νο1 πετρελαιοπαραγωγό χώρα-μέλος του ΟΠΕΚ (ανακοινώνοντας για το 2015 ρεκόρ δημοσιονομικού ελλείμματος, ύψους 97,9 δισ. δολαρίων, λόγω της πτώσης της τιμής του πετρελαίου), ο βασιλιάς Σαλμάν εκτιμάται ότι διέταξε τη μαζική εκτέλεση του Σαββάτου, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα τις πιέσεις της Δύσης για πάταξη της τρομοκρατίας, ώστε:
(α) να πνίξει στο εσωτερικό της χώρας του κάθε φωνή αντιφρονούντος, αλλά και να κόψει την «όρεξη» όσων επιβουλεύονται τον θρόνο του, με πρώτο τον γιο του και υπ. Αμύνης, πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν,
(β) να στείλει σαφές μήνυμα στην Τεχεράνη ότι, μετά και τη «συμφιλίωση» με τη Δύση γύρω από το πυρηνικό της πρόγραμμα, το Ριάντ δεν πρόκειται να ανεχτεί την επέκταση της επιρροής της στη γεωπολιτική του περιφέρεια, από το Ιράκ και τη Συρία, έως την επίσης εμπόλεμη Υεμένη.
Η πρόκληση για το Ιράν είναι πράγματι μεγάλη, καθώς στο εσωτερικό του βρίσκεται σε εξέλιξη μια επανεξέταση των ισορροπιών μεταξύ μετριοπαθών και συντηρητικών, οι οποίες και θα κριθούν στις βουλευτικές εκλογές του Φεβρουαρίου.
Από αυτές –εκτιμούν αναλυτές– θα εξαρτηθούν εν πολλοίς και οι πιθανές «παράπλευρες» απώλειες από τη διμερή (προς το παρόν) κρίση, η περαιτέρω κλιμάκωση της οποίας κινδυνεύει να προκαλέσει ντόμινο αποσταθεροποίησης.
Από την Υεμένη, τη συριακή κρίση και τον πόλεμο κατά του «Ισλαμικού κράτους» –που χθες δημοσιοποίησε βίντεο από την εκτέλεση «πέντε κατασκόπων», όπως υποστηρίζει, απειλώντας αυτή τη φορά τη Βρετανία με επιθέσεις και την επιβολή του νόμου της Σαρία– έως την ίδια τη Σαουδική Αραβία, χτυπώντας την πια στο μαλακό της υπογάστριο: την εύθραυστη οικονομία της, πλημμυρίζοντας τη διεθνή αγορά –εν όψει και της χαλάρωσης των κυρώσεων– με φτηνό πετρέλαιο.
Ποιος ήταν ο Νιμρ αλ Νιμρ

Σφοδρός επικριτής της σουνιτικής μοναρχίας των αλ Σαούντ και ηγετική φυσιογνωμία του φιλειρηνικού κινήματος υπέρ του εκδημοκρατισμού στη Σαουδική Αραβία, ο 56χρονος σιίτης κληρικός Νιμρ αλ Νιμρ βρισκόταν για πάνω από μία δεκαετία στο «στόχαστρο» των αρχών του Ριάντ.
Επειτα από 15ετή απουσία για σπουδές στο Ιράν και μετέπειτα στη Συρία, επέστρεψε στη Σαουδική Αραβία το 1994 κι έκτοτε τα κηρύγματά του υπέρ της προάσπισης των δικαιωμάτων της καταπιεσμένης σιιτικής μειονότητας έγιναν «κόκκινο πανί» για τις αρχές.
Συνελήφθη και ανακρίθηκε το 2004 και το 2006, προτού εξελιχθεί -μεσούσης της «Αραβικής Ανοιξης»- σε σύμβολο των μεγάλων αντικαθεστωτικών διαδηλώσεων του 2011 στο ανατολικό τμήμα της Σαουδικής Αραβίας, όπου υπάρχουν πλούσια πετρελαϊκά αποθέματα και πλειοψηφεί πληθυσμιακά η σιιτική μειονότητα της χώρας.
Στο μεσοδιάστημα είχε συναντηθεί, όπως αποκάλυψαν τα Wikileaks, και με Αμερικανούς αξιωματούχους.
Και μέχρι τη σύλληψή του το 2012- κατηγορούμενος για ανυπακοή στις αρχές και υποκίνηση βίας, έως και προώθηση «ξένων συμφερόντων»- είχε αποκτήσει μεγάλο έρεισμα στη σιιτική νεολαία της Σαουδικής Αραβίας και του γειτονικού Μπαχρέιν.
Καταδικάστηκε τον Μάρτιο του 2013 με συνοπτικές διαδικασίες στην εσχάτη των ποινών.
Παρά τις καταγγελίες για άδικη δίκη, τις διεθνείς εκκλήσεις στο Ριάντ να επιδείξει επιείκεια και τη σαφή προειδοποίηση της Τεχεράνης ότι «η Σαουδική Αραβία θα πληρώσει βαρύ τίμημα» εάν δεν τον αποφυλακίσει, ο Νιμρ αλ Νιμρ εκτελέστηκε το Σάββατο, μαζί με 46 καταδικασθέντες για τρομοκρατία, στη συντριπτική πλειονότητά τους σουνίτες μέλη της αλ Κάιντα.
