Οσο βαθαίνει η οικονομική κρίση τόσο στον χώρο της μουσικής, και ειδικά της όπερας, πληθαίνουν οι εναλλακτικές προτάσεις από μικρές ομάδες και καλλιτέχνες που επιμένουν να διεκδικούν (και) την καλλιτεχνική τους επιβίωση. Το φαινόμενο θα μπορούσε άνετα να τροφοδοτήσει μια ημερίδα επάνω στις βίαιες, όχι πάντα ευγονικές ζυμώσεις μεταξύ κοινωνίας, ιδεολογίας και πολιτισμού εν καιρώ κρίσης.
Μετά το ενδιαφέρον, πρώτο ελληνικό ανέβασμα της όπερας «Σταχτοπούτα» της Πολίν Βιαρντό (13/10/2014), η ομάδα μουσικού θεάτρου «Ραφή» στράφηκε στο γαλλικό μπαρόκ, παρουσιάζοντας σε σειρά έξι παραστάσεων (23-24/10, 30-31/10, 6-7/11) τη μονόπρακτη όπερα-μπαλέτο «Πυγμαλίων» (1748) του Ραμό. Παρακολουθήσαμε την παράσταση στις 24/10, στο θέατρο «Πόρτα», αποκομίζοντας ενδιαφέρουσες αλλά άνισες εντυπώσεις, κυρίως λόγω του χάσματος ανάμεσα στις προθέσεις της σκηνικής υλοποίησης και το αυθεντικό υλικό του Ραμό.
Ο διαμεσολαβημένος από τον Ραμό μύθος του Οβίδιου παρουσιάστηκε σε δραστικά διασκευασμένη μορφή, σκηνικά και μουσικά. Ο σκηνοθέτης/σκηνογράφος Πάρις Μέξης διέπλασε μια αφαιρετική σκηνική αφήγηση για την ερωτική επιθυμία και το τίμημα της αδιάλλακτης προσκόλλησης στην εκπλήρωση των ονείρων. Αναπαράγοντας τη μάλλον κουρασμένη μόδα της αναφοράς στον Μεσοπόλεμο ως μυθολογικό λίκνο των προτύπων τού σήμερα, μετέφερε τη δράση στο Χόλιγουντ των film noir και της ποτοαπαγόρευσης.
Οι πρωταγωνιστές του Ραμό έγιναν ένας Σεναριογράφος (Πυγμαλίων/Δημήτρης Ναλμπάντης), μια ξανθιά Σταρ α λα Τζιν Χάρλοου (Αγαλμα/Λητώ Μεσσήνη), μια Βαμπ (Σεφίζ/Μάιρα Μηλολιδάκη) και ένας Ερωτας α λα Αρ Ντεκό, αναμνηστική βινιέτα από το μπαρόκ (Αναστασία Κότσαλη).
Η στατική, προσχηματική δραματουργία αρθρώθηκε ως χορόδραμα στερεότυπων χαρακτήρων και καταστάσεων, βασισμένων σε κοινούς τόπους κινηματογραφικής αισθητικής, που, λόγω των ευρύτερων συμφραζομένων τους, δυσκολεύονταν να αναπτύξουν συνάφεια προς τη μουσική και το λιμπρέτο.
Η στιλιζαρισμένη α λα Αρ Ντεκό χορογραφία της Ιωάννας Αποστόλου διέσωσε μερικώς την υβριδική διάσταση του πρωτοτύπου. Ο αρχιμουσικός Μιχάλης Παπαπέτρου διασκεύασε τη μουσική του Ραμό για τέσσερις μονωδούς και πενταμελές ενόργανο σύνολο (βιολί, τζαζ κιθάρα, πιάνο, κοντραμπάσο, σοπράνο σαξόφωνο). Ωστόσο, παρά τις προθέσεις για μια ενδιαφέρουσα οικειοποίηση της μπαρόκ παρτιτούρας στο πεδίο της τζαζ, το αποτέλεσμα δεν διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά από μια απλή μεταγραφή.
Επίσης, με εξαίρεση κάπως τη Λητώ Μεσσήνη (Αγαλμα), οι υπόλοιποι μονωδοί, παρ’ ότι τα έδωσαν όλα, απείχαν εκ των πραγμάτων πολύ από την αποδεκτή ανασύσταση του φωνητικού ύφους της γαλλικής μπαρόκ όπερας. Μια παράσταση που γοήτευσε αλλά, ταυτόχρονα, ξένισε…
