Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παραμονή Χριστουγέννων, κατά τις 9, χτύπησε το κουδούνι για τα πρώτα κάλαντα. Πήγαμε όλοι -η Κάρμεν, ο Σούρτας, ο Ταρζάν κι εγώ- στην πόρτα του κήπου, γαβγίζοντας σαν παλαβοί. Οι δύο πιτσιρικάδες ρώτησαν «να τα πούμε;», ο δικός μου, αγουροξυπνημένος, τους είπε «ναι» και άρχισε το πανηγύρι.

Μάλλον, ένας διαγωνισμός ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά. Φυσικά κερδίσαμε, παρά τις απεγνωσμένες και φιλότιμες προσπάθειες των πιτσιρικάδων να ακουστούν οι φωνούλες τους πάνω στα αγριογαβγίσματά μας.

Βλέποντας το άδικο του πράγματος, ο δικός μου έβγαλε ένα 5ευρω, στη θέα του οποίου τα κάλαντα κόπηκαν απότομα: το βούτηξε το χέρι του ενός πιτσιρικά και οι δύο έγιναν καπνός – μπας και μετανιώσει ο δικός μου…

Η γαλαντομία του δικού μου αποδείχτηκε ολέθριο -για την τσέπη του- σφάλμα. Τέτοια νέα δεν κρύβονται.

Ετσι, καθώς η μαφία των πιτσιρικάδων της περιοχής έμαθε το κόλπο, κάθε δέκα λεπτά εμφανιζόταν και μια καινούργια κομπανία για «να πουν τα κάλαντα».

Και πώς να τους πει ο δικός μου εκείνο το άκαρδο «μας τα ‘παν άλλοι»; Αλλά και πώς, ξαφνικά, να μειώσει την ταρίφα; Μόνο όταν έφυγε και το δέκατο 5ευρω -που τα ‘χε μαζέψει εξεπιτούτου- μπήκε στ’ αμάξι κι έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση, πριν καταρρεύσει οικονομικά σαν την Ελλάδα…

Κι όμως, όλη αυτή η ιστορία τον γέμιζε χαρά. Τον είδα να χαίρεται σαν μικρό παιδί βλέποντας τους πιτσιρικάδες να γουρλώνουν τα μάτια τους καθώς έβγαζε τα 5ευρα απ’ την τσέπη του.

Ενα κοριτσάκι, θα ‘τανε-δεν θα ‘τανε 4-5 χρονώ, μόλις είδε το χαρτονόμισμα δεν κρατήθηκε, άρχισε να ουρλιάζει κι έπεσε στην αγκαλιά της μαμάς του, που περίμενε στην άκρη όσο η μικρή «τα ‘λεγε», φωνάζοντας: «Μαμά, ΠΕΝΤΕ!».

Οταν ο δικός μας ήταν πιτσιρικάς, περίμενε κι αυτός πώς και πώς τα κάλαντα. Δεν τον άφηναν οι γονείς του να βγει στη γειτονιά «να τα πει», αλλά τον πήγαιναν σε 2-3 θείες και θείους και σε μερικούς φίλους τους.

Τα μέτραγε κι εκείνος, τα μάζευε και όσο φούσκωνε το πορτοφόλι τόσο αναπροσάρμοζε -προς τα πάνω- τους στόχους του:

Ξεκίναγε π.χ. από μια μπάλα, ανέβαινε σε αθλητικά παπούτσια, προχωρούσε σε σακάκι, χτύπαγε ρολόι! Παραμύθια!

Μόλις έμπαινε στου Μενεΐδη-Καστρινάκη, στον Τσοκά ή στην Πανελλήνιο Αγορά (οι τρεις ναοί του παιχνιδιού στη δεκαετία του ’50) ξέχναγε κάθε τι «χρήσιμο». Ποια παπούτσια και ποιο σακάκι;

Του ‘φευγε το καφάσι απ’ τα αεροπλανάκια, τα «μεκανό», τα τόξα (με λαστιχένια βέλη) και δεν έλεγε να το κουνήσει από κει, παρά την καταφανώς αντίθετη άποψη της μητέρας του, που τον τράβαγε συνέχεια – «άντε, πάρε κάτι να φύγουμε από δω»! Πού να φύγει ο δικός μου. Φεύγει κανείς απ’ τον Παράδεισο με τη θέλησή του;

* Το Αλλοπαράκι μου είναι η αγαπημένη μου σκυλίτσα και -καπάκι- η αρχηγός της αγέλης μας. Παρά τις προσπάθειές της -και των άλλων μελών της αγέλης μας- εγώ τ’ άκουσα τα κάλαντα απ’ τα παιδιά. Τι λέω; Απ’ έξω τα ‘μαθα!