ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΣΑΝ ΤΟ 2015
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Προτάσεις, επισημάνσεις, ταξινομήσεις
Για τις τρεις επόμενες βδομάδες, κριτικοί, φιλόλογοι, δοκιμιογράφοι, πανεπιστημιακοί, ιστορικοί, πεζογράφοι και ποιητές, μέσα από τις σελίδες του «Ανοιχτού Βιβλίου», θα διακρίνουν τα σημαντικότερα βιβλία της απερχόμενης χρονιάς. Βιβλία που κέντρισαν τον ειδικό ή τον απλό αναγνώστη, βιβλία που διανοίγονται σ’ ένα ευρύ φάσμα ιδεών, έκφρασης, αλλά και συνομιλίας, υπέρβασης ή ρήξης με άλλα βιβλία, βιβλία νεότερων ή παλαιότερων συγγραφέων, βιβλία που αξίζει να διαβάσετε ή να χαρίσετε στα αγαπημένα σας πρόσωπα.
Σήμερα παρουσιάζονται οι ενότητες: Ξένη Ποίηση (από τον ποιητή Γιάννη Δούκα), Ελληνική Ποίηση (από τον ποιητή Πέτρο Γκολίτση), Ξένη Λογοτεχνία (από τους πεζογράφους και βιβλιοκριτικούς Ιάκωβο Ανυφαντάκη, Ακη Παπαντώνη και Χρίστο Κυθρεώτη) και Δοκίμιο-Μελέτη (από τον φιλόλογο και κριτικό λογοτεχνίας Γ.Ν. Περαντωνάκη).
Οι φωτογραφίες που θα κοσμούν τις σελίδες σε όλο το αφιέρωμα είναι της Καλλιόπης Ασαργιωτάκη, του Ηλία Κοσίντα, του Κωνσταντίνου Πίττα και του Χάρη Παπαδημητρακόπουλου.
ΔΟΚΙΜΙΟ-ΜΕΛΕΤΗ
≈≈≈≈≈
Γιατί να διαβάσουμε μια μελέτη για τη λογοτεχνία και όχι την ίδια τη λογοτεχνία; Προφανώς, το ένα δεν αναιρεί το άλλο με όρους αποκλεισμού, αλλά η ανάλυση της πεζογραφίας και της ποίησης είναι συνάμα συζήτηση με αυτές και ταυτόχρονα συζήτηση για τη σχέση τους με τη ζωή, την κοινωνία και την ανθρώπινη φύση.
Επομένως, κάθε χρόνος, όπως το 2015 που φεύγει, αφήνει το ίχνος του στον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε κι ακόμα περισσότερο σκεφτόμαστε διά της λογοτεχνίας -ή διά των δοκιμίων- τον εαυτό μας.
Μια τέτοια ματιά έχει και ο Σταύρος Ζουμπουλάκης («Υπό το φως του μυθιστορήματος», Πόλις), όταν μιλάει σε μια σειρά δοκιμίων για το έργο σύγχρονων ξένων μυθιστοριογράφων, όπως ο Φίλιπ Ροθ, ο Μισέλ Ουελμπέκ, ο Γιόσεφ Ροτ κ.ά. Κι αν για τους περισσότερους η ματιά του εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τον Θεό, οι αναγνώσεις του δείχνουν μια φιλοσοφική προοπτική που παραπέμπει σε ένα βαθύτερα ιδεολογικό ή μάλλον πολιτισμικό υπόβαθρο.
Ο δοκιμιογράφος διαβάζει όπως ο απλός αναγνώστης, επιδιώκοντας να δει το περιεχόμενο της σκέψης του συγγραφέα, αλλά συνάμα ερμηνεύει ως εμβριθής στοχαστής το βάθος και το εύρος των κειμένων.
Ενα άνυσμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας με όχημα το έθνος και τις πραγματώσεις του μέσα σ’ αυτήν επιχειρεί ο Roderick Beaton στο «Η ιδέα του έθνους στην ελληνική λογοτεχνία: από το Βυζάντιο στη σύγχρονη Ελλάδα» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης).
Αυτή η συλλογή μελετών ξεκινά από τα πρωτονεοελληνικά χρόνια και διαμέσου των αιώνων φτάνει μέχρι τη Ρέα Γαλανάκη. Η ελληνικότητα, έννοια πολυσυζητημένη, ειδικά για τη γενιά του ’30, γίνεται και εδώ αντικείμενο πραγμάτευσης, από τη διαφορά Ελληνα και Ρωμιού μέχρι τον «ελληνιστικό» Καβάφη και από την κοραϊκή σκέψη που οδήγησε πνευματικά στην Επανάσταση ώς το πάντρεμα ελληνικότητας και μοντερνισμού.
Από εκεί και πέρα, ξεχωρίζω τέσσερις μελέτες που αφορούν αντίστοιχα την πεζογραφία, την ποίηση, το θέατρο και την κριτική.
Ο Γιώργος Αριστηνός στα «Τρία δοκίμια για τον Θανάση Βαλτινό» (Εστία) ανατέμνει το έργο του, κυρίως στη σχέση λογοτεχνίας και Ιστορίας, δηλαδή τη σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Ο δοκιμιογράφος διαβλέπει την ειρωνεία του συγγραφέα, τα παιχνίδια αληθοφάνειας που κάνει, τα ανοιγοκλεισίματα του ματιού στον αναγνώστη, τη μεταμοντέρνα κλασικότητά του.
Ο Δημήτρης Πολυχρονάκης, από την άλλη, στο βιβλίο του «Πιερότοι ποιητές στην εποχή της παρακμής: το γέλιο ως επιθανάτιος ρόγχος» (Αλεξάνδρεια), αναλαμβάνει να απενοχοποιήσει τη χρήση του γέλιου από τους λογοτέχνες. Το χιούμορ αναδεικνύει κοινωνικά προβλήματα, σατιρίζει, διακωμωδεί ήθη και πρόσωπα, αλλά ταυτόχρονα εκφράζει τον τραγέλαφο της εποχής και αποτελεί μηχανισμό άμυνας κατά των διαφόρων ψυχώσεων του σύγχρονου ανθρώπου. Γι’ αυτό μπορεί να αποβεί υψηλή διανοητική διεργασία, έκφραση ελευθερίας, κριτική στον κόσμο της τακτοποιημένης εξουσίας.
Η συγγραφέας Μαρία Στεφανοπούλου στη συλλογή άρθρων και δοκιμίων της με τίτλο «Η επιστροφή της σκιάς» (Αρμός) καταπιάνεται με τη βία της Ιστορίας και την ανάγκη για μια νέα εσωτερικότητα. Μελετώντας το θέατρο και τη λογοτεχνία, από τον Ευριπίδη έως τον Svevo και από τον Σέξπιρ μέχρι τον Μοπασάν, διερευνά την εκδίκηση, την επιστροφή του φωτός, τις ποικίλες ανθρώπινες αντιθέσεις μέσα στο πλαίσιο της τραγικότητας όχι μόνο των θεατρικών έργων και της πεζογραφίας, αλλά και της εξωκειμενικής ζωής, όπως φαίνεται στα βίαια γεγονότα του εικοστού αιώνα.
Τέλος, ο Γιώργος Αράγης στη «Νεοελληνική κριτική: Αξιολογικές διακρίσεις» (Σοκόλης) επιχειρεί μια προσωπογραφική ιστορία της νεοελληνικής κριτικής. Μας παραδίδει λοιπόν έναν χάρτη βασικών προσώπων-κριτικών, μια ιστορική ματιά στην αλυσίδα των κατακτήσεών τους, αξιολογικές κρίσεις επί των απόψεών τους και προπαντός μια τίμια εκτίμηση της προσφοράς του καθενός.
Αλλάζοντας πεδίο αναφέρω δύο βιβλία που συνδυάζουν λογοτεχνική γραφή και πατρίδα στις διάφορες μορφές της, γραμμένα το ένα από μια φιλόσοφο που μελετά τη λογοτεχνία και το άλλο από έναν πεζογράφο που σκέπτεται: η Μπαρμπαρά Κασέν στη «Νοσταλγία» (Μελάνι) και ο Γιάννης Κιουρτσάκης στο «Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου» (Πατάκης) κατά βάση μιλούν για το ίδιο θέμα από διαφορετική οπτική γωνία.
Η Μπ. Κασέν ανατρέχει στην Οδύσσεια, στην Αινειάδα και στη Χάνα Αρεντ για να διερευνήσει τη νοσταλγία ως επιστροφή σε έναν τόπο που δεν υπάρχει (μια αδύνατη επιστροφή στη νιότη), ως ίδρυση νέας πατρίδας και γλώσσας, καθώς ο Αινείας κουβαλά την πατρίδα στην πλάτη (μεταφέρει τον γέρο πατέρα του και τους πατρώους θεούς) και ως διατήρηση της γλώσσας (όπως πρέσβευε η Γερμανίδα φιλόσοφος).
Από την άλλη, ο Γ. Κιουρτσάκης προβληματίζεται με λογοτεχνικό όσο και στοχαστικό ύφος για την εξορία από την πατρίδα (πολιτική πτυχή) αλλά και την παραμονή στην πατρίδα μέσω της γλώσσας (πολιτισμική πτυχή). Κι οι δύο συγγραφείς στην ουσία μιλούν για τους απάτριδες.
Ανάλογη με την Κασέν ώσμωση της φιλοσοφίας με τη λογοτεχνία επιχειρεί και ο Δημήτρης Κόκορης στη «Φιλοσοφία και νεοελληνική λογοτεχνία» (Ι. Σιδέρης). Η νεοελληνική πεζογραφία και ποίηση του 20ού αιώνα συνδιαλέγεται με τη φιλοσοφία και πλείστοι Ελληνες συγγραφείς εγκολπώνουν στο έργο τους τις θεωρίες που διαπερνούν την ευρωπαϊκή σκέψη.
Ο συγγραφέας, σε αυτόνομα κεφάλαια, αναλύει αυτή τη σκέψη για να δείξει πως πέρα από την αισθητική αξίζει να διερευνηθεί και η ιδεολογική πλευρά της λογοτεχνίας.
