Παίρναμε πάντα τους εχθρούς πολύ στα σοβαρά, γι’ αυτό χρειαζόμαστε ολοένα και περισσότερους. Θυμάμαι ένα τραγούδι του Μαρκόπουλου πριν από δεκαετίες· «μπήκαν στην πόλη οι εχθροί», έλεγε. Μεγάλο σουξέ, σε εποχές που κανένας εχθρός δεν έμπαινε στην πόλη, μόνο φιλικοί τουρίστες.
Ωστόσο μεγάλο σουξέ. Την ίδια εποχή στο καθημερινό μπρίφινγκ των πολιτικών συντακτών πρώτο και διαρκές θέμα ήταν οι τουρκικές παραβιάσεις εναερίου χώρου. Κάτι σαν την προσευχούλα των ευλαβών οικογενειών πριν από το φαγητό. Η λεπτομέρεια για τον εναέριο χώρο και ποιος τον αναγνωρίζει διεθνώς δεν συζητήθηκε ποτέ.
Ηταν τότε που καλλιεργούνταν συστηματικά η ιδέα της προτίμησης των Ευρωπαίων στους Τούρκους. Οι Αμερικάνοι επίσης τους αγαπούσαν περισσότερο από μας, γι’ αυτό και τους μισούσαμε, αν και θα τους μισούσαμε ούτως ή άλλως ως φονιάδες των λαών, οπότε κανονικά δεν θα έπρεπε να τους μισούμε που δεν αγαπούσαν εμάς αλλά τους Τούρκους.
Τέλος πάντων, με τις εθνικιστικές παράνοιες δεν βγάζεις άκρη και σίγουρα καταναλώνουμε περισσότερες απ’ όσο αντέχει κάθε υγιής οργανισμός. Γιατί; Μα επειδή οι εχθροί είναι πολύ βολικοί σύμμαχοι των εξουσιών, μάλιστα όσο πιο αυταρχική η εξουσία τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχει από εχθρούς. Ποιος τολμά να την αμφισβητεί όταν υποτίθεται ότι η χώρα απειλείται; Μαύρο φίδι που τον έφαγε!
Κάθε χώρα με αυταρχικό καθεστώς καλλιεργεί πολύ προσεκτικά και με κάθε μέσο τον φόβο των εχθρών. Πρέπει να την απειλούν, να την υπονομεύουν, να είναι ο λαός ενωμένος με τον αρχηγό-προστάτη σαν μια γροθιά.
Ακόμα και τώρα, πριν από λίγες μέρες, που οι Ευρωπαίοι αποφάσισαν να δώσουν τριάμισι δισ. ευρώ στην Τουρκία για το προσφυγικό, το πήραν πολύ πατριωτικά εδώ οι δικοί μας. Ακούς εκεί, πάλι στους Τούρκους;
Ολα σ’ αυτούς τα δίνουν! Αυτά, τη στιγμή που είμαστε με τον σουγιά στον σβέρκο για το μεγαλύτερο δάνειο των αιώνων σε κράτος, αφού έχουμε χωνέψει πακέτα Ντελόρ και δεν ξέρω τι άλλο, επιδοτήσεις, ενισχύσεις, ό,τι υπάρχει σε διεθνή βοήθεια. Η Τουρκία, που βολοδέρνει χρόνια και ζαμάνια στον προθάλαμο της Ε.Ε., αυτή είναι η αγαπημένη τους!
Αλλά επειδή ως εχθρός δεν είναι αρκετή, πρέπει να δημιουργούνται κι άλλοι. Το μίσος για τους Γερμανούς, ας πούμε, σαν να χαλάρωσε τώρα τελευταία, οπότε θα πιαστεί η κυβέρνησή μας από οτιδήποτε, δεν πά’ να ’ναι ένα δημοσίευμα περιοδικού, ένα βιβλίο ιστορικού. Θα το προβάλουμε και θα διαμαρτυρηθούμε, να καταλάβει ο κόσμος ποιος κάνει κουμάντο εδώ πέρα.
Να το καταλάβει απαλά, σιγαλά, υποδόρια, ενώ θα τον πιάνει ο καημός, ο γνωστός, παλιός καημός: όλοι μάς απειλούν, οι γείτονες μας μισούν, οι ισχυροί μάς ζηλεύουν, είμαστε μόνοι, ανυπεράσπιστοι, δυστυχισμένοι, κανείς δεν μας καταλαβαίνει, θρήνος, κοπετός. Αν δεν χαλυβδωθεί η ομοψυχία με κάτι τέτοια, θα βρεθούν κι άλλα.
