Με την πρώτη ματιά, είναι ανθρωπίνως αδύνατο για κάθε παρατηρητή -ακόμη και τον πιο «ψαγμένο»- να βγάλει άκρη με τις τελευταίες αντιφατικές, φαινομενικά τουλάχιστον, ειδήσεις από την πολύπαθη Συρία.
Ομως τα γεγονότα μιλούν μόνα τους: έπειτα από τεσσεράμισι χρόνια αλληλοσφαγής, με κάπου τριακόσιες χιλιάδες νεκρούς και έντεκα εκατομμύρια (σχεδόν ο μισός πληθυσμός) πρόσφυγες, εκ των οποίων πάνω από τέσσερα έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, οι μεγάλες δυνάμεις, που από την πρώτη στιγμή υποστήριξαν τις κύριες παρατάξεις του εμφυλίου, αποφάσισαν επιτέλους να τερματίσουν το κακό.
Οχι, δεν τους έπιασε ξαφνικά ο πόνος για τα μιλιούνια των εκτοπισμένων: τα συμφέροντά τους κοιτούν όλοι, Ρώσοι, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι, σαν καλοί ιμπεριαλιστές.
Και τα συμφέροντα τους υπαγορεύουν πως το συριακό παιχνίδι, όπως άρχισε τη ματωμένη άνοιξη του 2011, έτσι πρέπει να τελειώσει – το αργότερο ώς τον χειμώνα του 2015.
Μην ακούτε τις γκρίνιες και τους εκατέρωθεν λεονταρισμούς των «γερακιών»: Πούτιν και Ομπάμα τα βρήκαν μια χαρά στη Νέα Υόρκη για τη Συρία.
Οπως αποκαλύφθηκε, άλλωστε, Ρώσοι και Αμερικανοί στρατιωτικοί ήδη «συνεργάζονται», σε 24ωρη μάλιστα βάση, ώστε να μη βομβαρδίσουν κατά λάθος ο ένας τον άλλον…
Και μέσα στις επόμενες ημέρες οι κορυφαίοι διπλωμάτες των μεγάλων δυνάμεων, οι Σάικς και οι Πικό και οι Μπάλφουρ της εποχής μας, θα ξαναβρεθούν στη Γενεύη, για να θυσιάσουν τα άχρηστα πλέον πιόνια τους και να καταλήξουν σε μια κοινά αποδεκτή «μεταβατική λύση» στο πρόβλημα – ερήμην, ως συνήθως, των άμοιρων κατοίκων της Συρίας.
Το σκεπτικό είναι σαφές: αφού οι φανατικοί αντάρτες με τα αραβικά λεφτά και τα αμερικανικά όπλα δεν κατάφεραν να ρίξουν τον «κακό» Ασαντ ώς τώρα, προφανώς δεν θα τα καταφέρουν ποτέ.
Αντιθέτως, η εξόφθαλμη -όσο και εκ του αποτελέσματος κοντόφθαλμη- δυτική υποστήριξη στους φανατικούς τζιχαντιστές γέννησε και πάλι τέρατα, και μάλιστα τέρατα με ημι-κρατική πλέον δομή και οντότητα: τόσο το «Ισλαμικό κράτος» όσο και το Μέτωπο αλ Νούσρα -το αγαπημένο παιδί, μέχρι προχθές, των «εγκέφαλων» της CIA– έχουν από καιρό κόψει καπίστρι και ονειρεύονται Χαλιφάτα και Εμιράτα, ενώ ήδη επιδίδονται σε μεγάλης κλίμακας πραγματικές και πολιτιστικές εθνοκαθάρσεις.
Ταυτόχρονα, υπό την πίεση των βαρβάρων, το ανθρώπινο ποτάμι των απελπισμένων προσφύγων έσπασε -έστω και προσωρινά- φράγματα και τείχη, πήδηξε πάνω από τις υδάτινες τάφρους και ναρκοπέδια και πλημμύρισε τους σταθμούς και τα πάρκα της «πολιτισμένης» Ευρώπης.
Αυτό είναι άλλωστε το διαχρονικό «μπούμερανγκ», η νομοτελειακή παρενέργεια του ιμπεριαλισμού: αργά ή γρήγορα, σε βάθος μίας ή δύο γενεών, η αποσταθεροποίηση που προκαλούν οι Δυνατοί όχι μόνο στις αποικίες, για να τις κρατούν σε μόνιμο ζυγό, αλλά πρωτίστως στα λεγόμενα από την εποχή του Ντισραέλι και του Μπίσμαρκ «buffer states», όπως αποκαλούνται στη διπλωματική αργκό οι χώρες που έχουν την ατυχία να βρίσκονται στα νοητά σύνορα μεταξύ των παραδοσιακών ζωνών επιρροής, επιστρέφει για να αποσταθεροποιήσει τις δικές τους μητροπόλεις.
Λατίνοι στο Λος Αντζελες και τη Νέα Υόρκη, Αλγερινοί στη Μασσαλία και το Παρίσι, Αφγανοί και Σύροι στο Βερολίνο: όταν φεύγεις κυνηγημένος από τον ισοπεδωμένο τόπο σου, κανένα φράγμα, κανένας στρατός δεν μπορεί να σε σταματήσει. Μόνο που η «ευαίσθητη» κοινή γνώμη των αναπτυγμένων δεν αντέχει τέτοια σοκ.
Και ο μόνος τρόπος να σταματήσουν οι «ροές», είναι να επιστρέψουν οι πρόσφυγες στα χαλάσματα.
Δυστυχώς, τίποτε από όλα τα παραπάνω δεν διεκδικεί δάφνες ιστορικής πρωτοτυπίας: αντιθέτως, όλα έχουν ξανασυμβεί τους τελευταίους δύο αιώνες – μόνο τα τοπωνύμια και οι λαοί αλλάζουν.
Στο αυθεντικό «Μεγάλο Παιχνίδι» του 19ου αιώνα, τη μακρόχρονη στρατηγική αντιπαράθεση μεταξύ της Ρωσίας και της Βρετανίας για τον έλεγχο της κεντρικής Ασίας, τον ρόλο που διαδραματίζει σήμερα άθελα της η Συρία τον έπαιξε άθελά του το δύστυχο Αφγανιστάν.
Οι λάτρεις των ιστορικών αναλογιών θα θυμούνται ότι το Παιχνίδι πυροδοτήθηκε (όπως και σήμερα) με τη συμμαχία Ρωσίας και Περσίας, το 1813, που προκάλεσε την αντίδραση των Εγγλέζων, οι οποίοι την είδαν ως απειλή για το «Πετράδι του Στέμματος» – την Ινδία.
Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, το 1838, το Λονδίνο εξαπέλυσε έναν «προληπτικό πόλεμο»: έστειλε στρατό στο Αφγανιστάν για να εγκαταστήσει φιλοβρετανικό καθεστώς-μαριονέτα, που όμως γρήγορα κατέρρευσε.
Το 1842 oι Εγγλέζοι εγκατέλειψαν κυνηγημένοι την Καμπούλ και κατά την υποχώρηση σκοτώθηκαν όλοι – για την ακρίβεια, στην Ινδία έφτασε μόνο ένας από τους 690 Βρετανούς «ερυθροχίτωνες».
Αλλα 25 χρόνια πέρασαν και ο πρωθυπουργός Ντισραέλι υποσχέθηκε γραπτώς στη βασίλισσα Βικτόρια ότι «θα καθαρίσει την Κεντρική Ασία από τους Μοσχοβίτες και θα τους ρίξει στην Κασπία»!
Το σχέδιο εφαρμόστηκε το 1878, με την εισβολή 40.000 Εγγλέζων και Ινδών στρατιωτών και το Αφγανιστάν να περνά ξανά στη βρετανική σφαίρα επιρροής, αν και τα μεθοριακά επεισόδια, τα πραξικοπήματα και οι πάσης φύσεως τεχνητοί εμφύλιοι δεν σταμάτησαν.
Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 1907, για να «τα βρουν», προσωρινά, οι δύο μεγάλοι αυτοκρατορικοί αντίπαλοι: αυτό που τους ένωσε ήταν, ως συνήθως, η αγωνία για την έλευση ενός καινούργιου ιμπεριαλιστικού «παίκτη», της Γερμανίας, που είχε συμμαχήσει με τους Οθωμανούς και «χωνόταν» όλο και περισσότερο στη Μέση Ανατολή.
Στη συμφωνία που υπέγραψαν, το Αφγανιστάν πέρασε οριστικά στη βρετανική κυριαρχία και η Περσία κόπηκε στα τρία – ο Βορράς πέρασε στη Ρωσία, ο Νότος στη Βρετανία, με μια λεπτή ουδέτερη ζώνη να χωρίζει τις δύο σφαίρες επιρροής. Σας θυμίζει κάτι;
Τι νόημα είχαν όλα αυτά; Προς τι τόσος πόνος, τόσα βάσανα;
Σε μια περίφημη διάλεξή του («Ο Θρύλος του Μεγάλου Παιχνιδιού», 2000) ο Βρετανός ιστορικός Μάλκολμ Γιαπ δήλωνε εμβρόντητος «από τις εμμονές, αλλά και την παντελή αναποτελεσματικότητα και έλλειψη ρεαλισμού στη στρατηγική σκέψη της αυτοκρατορίας»: καταλήγει, δε, ότι η υποτιθέμενη ρωσική απειλή για την Ινδία υπήρχε μόνο στα μυαλά της βρετανικής αυτοκρατορικής γραφειοκρατίας, ενώ ο πραγματικός στόχος τους ήταν η διατήρηση του ελέγχου της ίδιας της Ινδίας μέσω της επίκλησης ενός ανύπαρκτου «εξωτερικού εχθρού»…
