Τελειώνοντας το καλοκαίρι οι μέρες γλυκαίνουν μαζί με τα σταφύλια και τα σύκα. Οσοι βρίσκονται στην ελληνική επαρχία απολαμβάνουν την ηρεμία που επικρατεί. Οχι όμως όλοι, ούτε παντού. Στον φωτογραφικό θάλαμο του νου μου έρχονται οι εικόνες που συνάντησα στα τέλη του καλοκαιριού στη Μυτιλήνη.
Σκηνή πρώτη: Κάθομαι στην παραλία της Φυκιότρυπας, κάτω από το βυζαντινό κάστρο της Μυτιλήνης. Τόπος ιστορικός· στον βυθό συναντάς πέτρινες σφαίρες κανονιού από την εποχή που ο Μωάμεθ βομβάρδισε τα τείχη του κάστρου για να το καταλάβει. Γύρω μου τρεις σχισμένες φουσκωτές βάρκες και τουλάχιστον είκοσι σωσίβια. Είναι των τελευταίων απελπισμένων που ξεβράστηκαν εδώ από τα κύματα. Τούτη την ώρα του δειλινού κάποιοι απ’ αυτούς πλένονται στο νερό της βρύσης, άραγε μετά από πόσες μέρες; Πέντε νεαροί φόρεσαν τα σωσίβια, έπεσαν στη θάλασσα και κολυμπούν.
Χαίρονται, αστειεύονται σαν να είναι σε διακοπές. Τα σωσίβια γράφουν «Onar»· το δικό τους όνειρο πότε θα ολοκληρωθεί; Τώρα είναι η νεκρή περίοδος του μεγάλου ταξιδιού τους προς τον Βορρά της Ευρώπης. Αν δεν γνωρίζεις τα γεγονότα θα έλεγες πως είναι τουρίστες. Στα βαθιά περνούν τα καραβάκια που κάνουν το καθημερινό δρομολόγιο Μυτιλήνη – Αϊβαλί. Μεταφέρουν όσους μπορούν να εκδώσουν εισιτήριο, τους «νόμιμους». Οι άλλοι κάτοικοι των ασιατικών χωρών χαρακτηρίζονται «παράτυποι», στοιβάζονται με τις οικογένειές τους σε φουσκωτές βάρκες μιας χρήσης για να περάσουν το μπουγάζι τ’ Αϊβαλιού.
Σκηνή δεύτερη: Βρισκόμαστε στη μέση της θάλασσας, ανάμεσα στην αρχαία Αντισσα της Λέσβου και στο Μπεχράμ Καλέ της Αδραμυτινής χερσονήσου της Μικράς Ασίας. Μας βρήκε ο Αποσπερίτης ενώ ανεβάζουμε το παραγάδι. Σ’ ένα τουριστικό καΐκι οι τουρίστες απολαμβάνουν τη δύση του αυγουστιάτικου ήλιου. Στο βάθος κάτι μαυρίζει αμυδρά στη θάλασσα. Σιγά σιγά, καθώς πλησιάζει, διακρίνουμε το περίγραμμα μιας φουσκωτής βάρκας. Φωνές, χαρούμενες ή απελπισμένες; Αλλη μια ομάδα ανθρώπων έφτασε από την απέναντι γη. Ενας ψαράς τούς δένει και τους προσεγγίζει στη στεριά. Οι φωνές τώρα γίνονται χαρούμενες, κάποιοι σκύβουν και φιλούν το χώμα. Δακρύζω, δεν μπορώ να σκεφτώ, να γράψω.
Σκηνή τρίτη: Αρχές Σεπτεμβρίου, έξω από το κολυμβητήριο της Μυτιλήνης περίμεναν χιλιάδες άνθρωποι να απογραφούν ως πρόσφυγες και μετανάστες. Νόμιζες ότι θέλουν να μπούνε μέσα και να παρακολουθήσουν αγώνες ή συναυλία. Πιο πέρα, στον λιμενοβραχίονα, στον Δημοτικό Κήπο, στο Πάρκο, στο Κιόσκι, όπου υπάρχει σκιερός χώρος ήταν στημένες σκηνές. Ολη η γύρω περιοχή ήταν μια μεγάλη κατασκήνωση. Ενας πλήθος να κινείται διαρκώς για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες του· στους φούρνους για ψωμί, τυρόπιτες· στα καφέ για αφεψήματα· στα περίπτερα για νερά, χυμούς, έτοιμα φαγητά. Ο μέσα κόσμος πονά, δακρύζει, συμπάσχει για τον «άλλο» άνθρωπο, τον συνάνθρωπο, τον αλλοεθνή και αλλόθρησκο.
Αν κλείσεις τα μάτια μπορείς να μεταφερθείς νοερά πίσω στον χρόνο, στα 1914 και 1922, και οι σημερινοί άνθρωποι να γίνουν Μικρασιάτες πρόσφυγες. Ετσι ήταν και τότε το λιμάνι και ο Δημοτικός Κήπος της Μυτιλήνης. Μικρασιάτες πρόσφυγες κατέκλυσαν τους ίδιους χώρους, αντί σκηνές είχαν στήσει παράγκες για πάνω από δέκα χρόνια. Αντιλαμβάνομαι πώς ήταν οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μου. Σε κάθε κοριτσάκι αντικρίζω την παιδούλα γιαγιά μου, την Καλλιόπη, με το πορσελάνινο γατάκι στο χέρι· το μόνο παιχνιδάκι που έφερε μαζί της από την Αιολική γη.
Γράφει ο δημοσιογράφος και δάσκαλος Θοδωρής Θεοδωρίδης, στην εφημερίδα της Μυτιλήνης «Σάλπιγξ», στις 11 Σεπτεμβίου 1916: «Στο δρόμο του Κήπου, έξω από το Γυμνάσιο, τα αυτοσχέδια μαγαζάκια των προσφύγων, ανακάτωμα από κάσες μεγάλες και μικρές, χαλασμένες, μισοσπασμένες, ετοιμόρροπες, από καρεγλιά χωρίς σχήμα, από πανέρια και κόφες φανταστικά κουβαριασμένες, από τσουβάλια που σχηματίζουν στέγες στραβές και τρύπιες και παράξενες και τοίχους και χωρίσματα και παραπετάσματα κουρελιασμένα με αρχιτεκτονική ζητιάνικη, θαμπά, σκοτεινά, σιωπηλά σαν τάφοι, θλιβερά σαν συντρίμματα κάποιου παλιού μεγαλείου, κι ανάμεσα σ’ αυτά κι επάνω σ’ αυτά κορμιά ξαπλωμένα ακίνητα, βυθισμένα σε ύπνο βαθύ ύστερ’ απ’ τη γιγάντια κούραση της ημέρας, κορμιά συντριμμένα από τους κόπους και δαρμένα απ’ όλες τις δυστυχίες, κορμιά σιωπηλά σαν λείψανα, έτοιμα να βρικολακιάσουν περίφοβα στην πρώτη πνοή ζωής που θα πέρναγε απάνωθέ τους, για να ταράξει την ήσυχη γαλήνη της δειλιασμένης ψυχής των».
Είμαι αποσβολωμένος από την επανάληψη της σκληρής πραγματικότητας.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
