Στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, το 1944, ο γαλλοτραφής Αντώνης Πρωτοπάτσης, ο σκιτσογράφος Pazzi των γαλλικών εφημερίδων, τύπωσε το μοναδικό του βιβλίο.
Πρόκειται για τη μετάφραση των ποιημάτων «Τα άνθη του κακού» του Μποντλέρ, με δικά του σχέδια. Ταυτοχρόνως για να επιβιώσει έζησε σε χωριά της Λέσβου, όπου ζωγράφιζε πορτρέτα και αμειβόταν σε είδος· σιτάρι, κουκιά, φασόλες, λάδι, για να έχουν τροφή αυτός και η λεπτεπίλεπτη Γαλλίδα γυναίκα του.
Εζησε με τους καθημερινούς ανθρώπους των χωριών τον απάνθρωπο πόλεμο, ενώ το πατρικό του αρχοντικό σπίτι ήταν επιταγμένο από Γερμανούς αξιωματικούς. Τότε ανέπτυξε φιλίες με τους κατοίκους των χωριών, έζησε τις χαρές και τις λύπες τους, τον κάλεσαν στις γιορτές, στα πανηγύρια, μοιράστηκε τον πόνο και τα βάσανά τους. Αγωνίστηκε μαζί με άλλους συμπατριώτες του, Μυτιληνιούς, για το διώξιμο του κατακτητή. Αναπτύχθηκε τότε δίκτυο υποστήριξης των αδυνάμων αλλά και αντίστασης.
Το απλωμένο χέρι που δίνουν η παρέα, η γειτονιά, η φροντίδα, η αγάπη κι η προστασία που προσφέρονται είναι τα στηρίγματα του καθενός μας. Είναι οι άτυπες δομές αλληλεγγύης υπέρ του πάσχοντος και αδυνάτου, η κοινότητα σε όλες της τις μορφές. Αν απουσιάζουν αυτά λειτουργούν ιδρύματα, με υπηρεσιακή τυπική προσφορά αγάπης και ελέους.
Στη μέση του καλοκαιριού, απ’ τη μια άκρη της Ελλάδας ώς την άλλη, στήνονται γιορτές, πανηγύρια, ανταμώματα ξενιτεμένων. Μια ευκαιρία, μια αφορμή και αρχίζει το πανηγύρι. Δεν χρειάζεται πάντοτε ο άγιος, ούτε το ξωκλήσι.
Η πανσέληνος του Ιουλίου έφερε τους μουσικάντηδες στην αυλή της θάλασσας, στον όρμο Τάρτι της Λέσβου, πλάι στο αρχαίο λατομείο, με τις τελευταίες κολόνες να τις βρέχει το κύμα.
Μια μεγάλη παρέα έγιναν όλοι οι παραθεριστές. Δημόσιοι υπάλληλοι, αγρότες, εκπαιδευτικοί που περιμένουν τις αποσπάσεις, τσομπάνηδες και καρβουνιάρηδες, καθηγητές Πανεπιστημίων. Κοντοκουρεμένοι, αλλά και μακρυμάλληδες, ξυπόλητοι ροκάδες και κυρίες με ψηλοτάκουνα, γραμματιζούμενοι και λαϊκά παιδιά· πά’ να πει η κοινότητα του καλοκαιριού.
Και σέρνουν όλοι τον χορό κάτω απ’ τις πικροδάφνες και τα ξεροκάλαμα. «Ετσι κι αλλιώς ένας χορός μάς έμεινε», λένε με τη λαϊκή θυμοσοφία τους. Αλλοτε είναι του Ζαλόγγου κι άλλοτε ο αναγεννητικός των πανηγυριών. Εμείς τον ορίζουμε και τις πιότερες φορές είναι γιορτινός.
Κι εκεί που χορεύει ζεϊμπέκικο ο Αντώνης, ένας παλίκαρος του παλιού καιρού, χτυπά την απαλάμη του κάτω, τινάζει τα πόδια του ψηλά ώς τη φρίτζα και βγάζει κραυγή σαν σε αρχαία τραγωδία: «Να πεθάνει ο Χάρος, ο Σόιμπλε!».
Και δεν εννοεί τον φυσικό του θάνατο, αλλά των ιδεών του κι ό,τι αντιπροσωπεύει. Οι γλεντιστάδες χαίρονται, το καφενείο έχει γίνει μια μεγάλη παρέα που αναφωνεί εν χορώ «να πεθάνει». Κάτω στις ξαπλώστρες παρακολουθούν οι ηλικιωμένοι, έχουν τον δικό τους διακριτό χώρο.
Πιο κει πάνω στην άμμο είναι αγκαλιασμένοι οι ερωτευμένοι νιοι. Περασμένα μεσάνυχτα, βουτάνε και ξαναβουτάνε στην καθάρια θάλασσα. Η θάλασσα αναγεννά τα σώματα· ο χορός και το ρακί εξαγνίζουν τις ψυχές.
Η μουσική παίζει το «ωραία Πέργαμε», σε λίγο ξημερώνει. Αχνοφαίνεται το κόκκινο της Ανατολής. Αργότερα στην ίδια παραλία θα βγουν νέες βάρκες με απόκληρους, όχι για διακοπές αλλά για προσπάθεια επιβίωσης· στο αέναο μαγκανοπήγαδο συνάμα και πανηγύρι της ζωής. Ο κύκλος του χρόνου και της ζωής χαράζεται ακόμα μια φορά, από το νυν στο αεί.
*συγγραφέας, διδάκτωρ Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
