Ευαγγελία Ρούσσου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολλές φορές φίλοι και συγγενείς με ρωτάνε αν θα ήθελα να επιστρέψω στην Ελλάδα και τις περισσότερες φορές απαντάνε αντί για μένα πως θα ήταν καλύτερα λόγω του γιου μου, που έχει αυτισμό, να συνεχίσω να μένω στο Λονδίνο.

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω βρει ακόμη την απάντηση κι αυτό γιατί η μέχρι τώρα εμπειρία μου μού έχει δείξει πως υπάρχουν δύο διαφορετικοί κόσμοι, «δύο Ελλάδες», όπως είπε και μια αγαπημένη φίλη.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε αποφάσισα να πάω στην Ελλάδα με τρένο. Ηταν μια δύσκολη απόφαση. Δεν είναι πάντα εύκολο να ταξιδεύεις με έναν ενήλικο με αυτισμό, που δεν μπορεί λεκτικά να εκφράσει τις επιθυμίες του, τον θυμό του, την κούρασή του. Τα καταφέραμε όμως και ταξιδέψαμε με τρένο από το Λονδίνο στη Θεσσαλονίκη.

Στην Πλάκα Λιτοχώρου, στην κατασκήνωση του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, γνωρίσαμε το όμορφο πρόσωπο της Ελλάδας.

Η κατασκήνωση, ενσωματωμένη απόλυτα στο περιβάλλον των θερινών κατοικιών, ξενοδοχείων, κάμπινγκ και beach bars, ευαισθητοποιεί την κοινωνία και εντάσσει σε αυτήν τα άτομα με αναπηρία, βελτιώνει την ποιότητα ζωής τους, δείχνει ότι η συμμετοχή κι όχι ο ιδρυματισμός είναι η λύση για ένα καλύτερο μέλλον και απαλλάσσει και τα άτομα με αναπηρίες και τις οικογένειές τους από την ενοχή του διαφορετικού.

Μια και το ταξίδι προς την Ελλάδα κύλησε ομαλά, αποφάσισα και το ταξίδι της επιστροφής στο Λονδίνο να γίνει εν μέρει τουλάχιστον με τρένο. Εκλεισα εισιτήρια με λεωφορείο του τουριστικού γραφείου F P Travels Europe (Φ. Πατρίκαλου Α.Ε.) για να πάμε από την Αθήνα στη Βουδαπέστη.

Οταν πήγα να πληρώσω τα εισιτήρια, τους εξήγησα ότι ο γιος μου έχει αυτισμό και πως καμιά φορά αντιδρά λίγο έντονα. Με διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Το λεωφορείο θα έφευγε στις 8 το πρωί. Φτάσαμε στο γραφείο στις 7.15 όπως μας ζητήθηκε. Στο ταξίδι της επιστροφής θα μας συνόδευε συγγενικό πρόσωπο που ζει στη Γερμανία.

Το λεωφορείο δεν έφυγε στις 8 γιατί είχε βλάβη η μηχανή. Ο γιος μου εκνευρίστηκε. Τελικά γύρω στις 9 μας ζήτησαν να επιβιβαστούμε. Ο οδηγός όμως δεν επέτρεψε στον γιο μου κι εμένα να ανεβούμε στο λεωφορείο. Μας είπε ότι αν επιβιβαζόμαστε, θα μας κατέβαζε από το λεωφορείο σε περίπτωση που ο γιος μου εκνευριζόταν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

Επιπλέον, απευθύνθηκε με τον πιο χυδαίο τρόπο στη συγγενή που μας συνόδευε κι αφού μας είπε ότι είμαστε οικογενειακώς αγενείς, περηφανεύτηκε ότι κατάγεται από δυνατό και υγιές κρητικό σόι. Οταν ζητήσαμε τα στοιχεία του και τα ακριβή στοιχεία της εταιρείας, τόσο ο οδηγός όσο και η υπάλληλος του γραφείου αρνήθηκαν να μας τα δώσουν.

Η υπάλληλος του γραφείου αρνήθηκε επίσης ότι την είχα ενημερώσει εκ των προτέρων για τον γιο μου. Αναγκαστήκαμε να καλέσουμε την αστυνομία, η παρουσία της οποίας είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει στάση ο οδηγός και να μας πει «μεγαλόκαρδα» ότι θα μας επιτρέψει να ταξιδέψουμε «για χάρη του παιδιού και μόνο».

Φυσικά και αρνηθήκαμε και σκοπεύουμε να καταθέσουμε μήνυση για διάκριση εις βάρος ατόμου με αναπηρία. Η μήνυση αυτή δεν θα σβήσει από τη μνήμη μας το άσχημο πρόσωπο της Ελλάδας, αλλά ίσως βοηθήσει να μάθουν κάποιοι τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά και οι ενήλικοι με αυτισμό, όχι λόγω του αυτισμού τους αλλά λόγω της νοοτροπίας των «δυνατών» και «υγιών» μελών της ελληνικής κοινωνίας.

Ισως ακόμη μάθουν ότι η ισότιμη μεταχείριση των πολιτών δεν είναι έργο της αστυνομίας και δεν επιβάλλεται με νομοθεσία. Απλά χρειάζεται διάθεση και θέληση να δεις τον κόσμο με άλλα μάτια.

Τελικά αναγκαστήκαμε να πάμε αεροπορικώς στη Βιέννη ώστε να μπορέσουμε, όπως είχαμε σχεδιάσει, να συνεχίσουμε το ταξίδι μας στο Λονδίνο με τρένο. Το χαρήκαμε όμως το ταξίδι αυτό, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε. Το χαρήκαμε γιατί μας αρέσει να ταξιδεύουμε με τρένο και να βλέπουμε τα τοπία που εναλλάσσονται από χώρα σε χώρα. Κι εμείς σαν αυτά τα τοπία είμαστε, διαφορετικοί.

Μάθαμε να πιστεύουμε ότι η αποδοχή του διαφορετικού είναι ένα παράθυρο στον ήλιο. Ομως, όπως λέει κι ο σοφός ποιητής Ρούμι, «αν δεν υπάρχουν τείχη, δεν έχουμε ανάγκη τα παράθυρα». Ο γιος μου κι εγώ με το ταξίδι αυτό ανοίξαμε το δικό μας παράθυρο κι αρχίσαμε σιγά σιγά να γκρεμίζουμε τα τούβλα του τείχους που μας χωρίζουν απ’ τους άλλους. Ξέρω ότι κάποιοι θα μείνουν πεισματικά στο σκοτάδι που τους παρέχει η ασφάλεια των παντζουριών και κάποιοι άλλοι θα συνεχίσουν να μας κοιτούν απ’ τα παράθυρα.

Η «καλή Ελλάδα» όμως που γνωρίσαμε στην Πλάκα Λιτοχώρου και η δουλειά του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας θα μας δείχνουν πάντα ότι υπάρχουν κι αυτοί που έχουν ήδη αρχίσει να γκρεμίζουν τα δικά τους τείχη.