Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ανθρωποι της γραφής (ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί, πανεπιστημιακοί) στέλνουν γράμμα στον αγαπημένο λογοτεχνικό τους ήρωα. Σύντομα επιστολικά κείμενα, διακειμενικά παίγνια, μεταιχμιακές αφηγήσεις στην κόψη επινοημένης πραγματικότητας και μυθοπλαστικής οικειότητας. Επιστολαγράφος ο Χάρης Βλαβιανός. Μ.Φ.

Αγαπητέ μου Προύφροκ,

Ηθελα από καιρό να σου γράψω, γιατί, όπως μάλλον γνωρίζεις, θεωρώ τον δημιουργό σου -μαζί με τον miglior fabbro- όχι μόνο τους σημαντικότερους ποιητές του μοντερνισμού, αλλά και αυτούς που καθόρισαν εν πολλοίς την πορεία μου στη ζωή και την ποίηση. Το «ερωτικό τραγούδι» σου εξάλλου είναι το μόνο εκτενές ποίημα της αγγλοσαξονικής ποίησης που μπορώ να απαγγείλω από στήθους – όχι κάτι ευκαταφρόνητο, αν αναλογιστεί κανείς πως χρειάστηκες 131 στίχους για να ολοκληρώσεις τον υπέροχο μονόλογό σου.

Ομολογώ πως το πρώτο που μ’ έκανε να σταθώ στο τραγούδι σου είναι ο τρίτος στίχος, αυτές οι τρομακτικές έξι λέξεις με τις οποίες ο Ελιοτ παρομοιάζει τη νύχτα: «σαν ναρκωμένος ασθενής επάνω στο τραπέζι». Πιστεύω πως κανένας ποιητής πριν από αυτόν δεν θα μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια «κλινική» εικόνα. Ο στίχος αυτός αποτελεί την αρχή του μοντερνισμού, την ξαφνική και ριζική μετάβαση σε άλλον ποιητικό τόπο.

Στη συνέχεια αυτό που θαύμασα είναι ο φυσικός, ανεπιτήδευτος, αλλά και από τεχνικής πλευράς άψογος τρόπος με τον οποίον ο Ελιοτ έδεσε τις λέξεις στο στόμα σου. Ομως πέρα από τη στιχουργική δεινότητά του, με συγκίνησε βαθιά το θέμα του τραγουδιού σου και προπαντός η τελική κι αναπόφευκτη συντριβή σου μέσα στη «θάλασσα των ενδοιασμών σου».

Στην αρχή, αγαπητέ μου Προύφροκ, θεώρησα πως οι δυο μας δεν έχουμε τίποτα κοινό, αφού είχα λανθασμένα εκλάβει τη διστακτικότητά σου ως ένδειξη αδυναμίας, φόβου. Αργότερα κατάλαβα πως το δίλημμά σου δεν αφορούσε τις «φούστες που μακριές σέρνονται στους διαδρόμους», αλλά την ίδια την ποίηση. Και το κατάλαβα όταν άρχισα κι εγώ να βασανίζομαι από τα ίδια ερωτήματα με σένα. Ρωτούσα διαρκώς τον εαυτό μου «αν θ’ άξιζε τον κόπο να τολμήσω το σύμπαν να ταράξω». Π

ίστευα, ασφαλώς, μέσα στην εφηβική μου αλαζονεία, πως «οι γοργόνες που τραγουδούσαν η μία στην άλλη, σίγουρα θα τραγουδήσουν και σε μένα», όμως, μεταξύ μας, δεν ήμουν τόσο βέβαιος. Αλλά μέσα στη διαρκή ταλάντευση στην οποία βρισκόσουν, «θεωρώντας και αναθεωρώντας εκατό φορές», κατάστρωσες εντέλει το πιο δαιμόνιο και περίτεχνο σχέδιο για να δραπετεύσεις από τον κόσμο των νεκρών (ποιητών): τραγούδησες! Και το τραγούδι είναι εντέλει η μόνη μας διαφυγή κι όσο υπάρχει το τραγούδι η ζωή θα συνεχίσει να έχει νόημα – για μας τουλάχιστον. Ετσι δεν είναι;

Τ.Σ. Ελιοτ, «Το ερωτικό τραγούδι του Τζ. Αλφρεντ Προύφροκ», μετάφραση Τάκης Καγιαλής, περιοδικό «Ποίηση», τ. 3, Ανοιξη, 1994.

Τελευταίο βιβλίο του Χ. Βλαβιανού είναι «Το αίμα νερό» (Πατάκης, 2014)