Για μία ακόμη φορά, και μάλιστα εν όψει εθνικών εκλογών, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε επεμβαίνει στα της Ελλάδας και αυτή τη φορά με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine: «Η ελληνική κοινωνία θα πρέπει να αποφασίσει εάν προτιμά να προχωρήσει σε αυτή τη διαδικασία προσαρμογής ως μέλος μιας νομισματικής ένωσης, στην οποία δεν υπάρχει το εργαλείο της εξωτερικής υποτίμησης».
Με απλά λόγια, θέτει το δίλημμα εάν οι Ελληνες είναι διατεθειμένοι να υλοποιήσουν το Μνημόνιο εντός ευρωζώνης ή εκτός και μάλιστα χωρίς την πιθανότητα εξωτερικής υποτίμησης (καθώς η εσωτερική είναι βέβαιη, σε περίπτωση επιστροφής σε εθνικό νόμισμα).
Ενώ ο ίδιος λίγο μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου κατέκρινε την κυβέρνηση Σαμαρά για τα λάθη που έκανε ως προς την εφαρμογή του Μνημονίου, πλέον εκφράζεται υπέρ της και εναντίον του Αλέξη Τσίπρα: «Η κυβέρνηση Σαμαρά ήταν στον σωστό δρόμο.
Ο κ. Τσίπρας χρησιμοποίησε την κατανοητή και αυξανομένη ανησυχία του ελληνικού λαού εξαιτίας των βαρών αυτής της προσαρμογής και υποσχέθηκε στους Ελληνες “θα παραμείνουμε στο ευρώ, όμως χωρίς πρόγραμμα και χωρίς προσαρμογή”. Αυτή ήταν μια υπόσχεση την οποία φυσικά ο Τσίπρας δεν μπόρεσε να τηρήσει. Στη συνέχεια, του πήρε έξι μήνες για να κάνει το αντίθετο», δήλωσε.
Για τον ίδιο, δεν υπάρχει καμία εναλλακτική εκδοχή ούτε άλλος δρόμος εκτός λιτότητας (που έπεται των κανόνων δημοσιονομικής προσαρμογής).
Αν και δήλωσε πως «στόχος μας δεν ήταν ποτέ να διχάσουμε την Ευρώπη, αλλά επιθυμούσαμε μια Ευρώπη με μια σχετική ευελιξία», την ίδια στιγμή σημειώνει ότι όλες οι χώρες «δεν μπορούν ή δεν θέλουν να επιτύχουν τα ίδια βήματα ενσωμάτωσης την ίδια στιγμή», αναλύοντας την πρότασή του για μία Ευρώπη δύο ταχυτήτων. Δεν αμέλησε μάλιστα να κάνει λόγο και για τη Βρετανία, λέγοντας πως «πρέπει να βρούμε λύσεις κυρίως με τους Βρετανούς φίλους μας. Δεν μπορώ να φανταστώ μια Ε.Ε. χωρίς τη Βρετανία, και βέβαια κάτι τέτοιο δεν είναι προς το συμφέρον της Γερμανίας».
Οσον αφορά τον ηγετικό ρόλο της Γερμανίας, μπορεί να τον αρνήθηκε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα («στο Eurogroup ήμασταν όλοι σύμφωνοι», είπε), ωστόσο τον αποδέχτηκε γενικότερα, λέγοντας πως «πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την ευθύνη μας στην Ευρώπη, όμως δεν μπορούμε να ηγηθούμε μόνοι μας».
