Μια υγειονομική βόμβα η οποία περιλαμβάνει αμίαντο στο κύριο μενού και δευτερευόντως άλλα επικίνδυνα υλικά απειλεί εδώ και χρόνια την ευρύτερη περιοχή της Πάτρας και ουδείς φαίνεται να συγκινείται.
Πρόκειται για το εγκαταλειμμένο εδώ και χρόνια εργοστάσιο της εταιρείας «Αμιαντίτ» στο Δρέπανο, το οποίο συνορεύει με εκείνο της «Τιτάν», ενώ και τα δύο βρίσκονται ανάμεσα σε τρία χωριά: Αραχοβίτικα, Ψαθόπυργος και Δρέπανο.
Το εργοστάσιο ανήκει στην Εθνική Τράπεζα και στην εταιρεία Κτηματική Α.Ε., αλλά παρά τις συνεχιζόμενες οχλήσεις, διαμαρτυρίες και επερωτήσεις στη Βουλή, κανένας αρμόδιος από τις εταιρείες δεν αναλαμβάνει την ευθύνη καθαρισμού του χώρου. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το εργοστάσιο είναι γεμάτο επικίνδυνα απόβλητα που περιέχουν αμίαντο, που λόγω της τοξικότητάς τους δεν επιτρέπεται να μεταφερθούν σε ΧΥΤΑ αλλά μόνο σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους ταφής στο εξωτερικό.
Το θέμα έφερε ξανά στην επικαιρότητα η δημοτική αρχή Πελετίδη (η Πάτρα βρίσκεται σε απόσταση 15 χλμ. από το Δρέπανο), που για άλλη μια φορά καλεί τους ιδιοκτήτες του εργοστασίου να αναλάβουν τις ευθύνες τους: να απομακρύνουν τα επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία απόβλητα και στη συνέχεια να εξυγιάνουν και να αναπλάσουν τον χώρο. Στο ίδιο πλαίσιο καλείται και το αρμόδιο υπουργείο να πράξει τα δέοντα ώστε να πάψει να απειλείται η δημόσια υγεία.
Να σημειωθεί εδώ ότι δεν είναι λίγες οι έρευνες που αποδεδειγμένα συνδέουν τον αμίαντο με σοβαρές ασθένειες, όπως η αμιάντωση, ο καρκίνος του πνεύμονα και το μεσοθηλίωμα, που είναι μια σπάνια μορφή καρκίνου.
Σύμφωνα με πληροφορίες από το Δρέπανο, οι περισσότεροι απ’ όσους εργάστηκαν τα προηγούμενα χρόνια στο εργοστάσιο της «Αμιαντίτ» αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα υγείας και αρκετοί ήταν εκείνοι που πέθαναν από καρκίνο.
Το εργοστάσιο έκλεισε το 2000 και λειτούργησε λίγο καιρό αργότερα ξανά για να κηρύξει τελικά πτώχευση λόγω οικονομικών προβλημάτων. Από το 2006 έχει γίνει επίσημα άρση της άδειας λειτουργίας του εργοστασίου. Σήμερα, 9 χρόνια μετά, τα υπολείμματα του αμίαντου μένουν άθικτα να μολύνουν την περιοχή.
