Το σίγουρο είναι ότι πρέπει να σταματήσει πάραυτα ο εμφύλιος που έχει ξεσπάσει τόσο ανάμεσα σε μέλη του ΣΥΡΙΖΑ όσο και ολάκερης της κοινωνίας. Δεν είναι ώρες ετούτες για επίδειξη επαναστατικότητας ή φανατικού ρεαλισμού, δεν υπάρχουν ντούροι αντιστασιακοί ή εθελόδουλοι και υποτακτικοί. Προέχει ο διάλογος αφού συνειδητοποιήσουμε άπαντες ότι πρέπει οπωσδήποτε να διαχωρίσουμε τον λαό από την εξουσία, διότι αλλιώς φέρεται ο πρώτος άλλα πράττει η δεύτερη. Διάλογος συνοδευόμενος από επαναστοχασμό και κριτική.
Ετσι κι αλλιώς άπαντες τελούμε εν συγχύσει τόσο στα ηγετικά κλιμάκια της κυβέρνησης όσο και στα λαϊκά στρώματα.
Αυτή η σύγχυση (επιτρέψτε μου να την αποκαλέσω δημιουργική), επικρατεί και σε όλους σχεδόν που εργαζόμαστε στην εφημερίδα. «Διαφωνώ πλήρως μαζί σου», μου λέει αγαπητή συνάδελφος, «αλλά σ’ αγαπώ και μ’ αγαπάς». Συμφωνώ. Πρώτα η αγάπη, ο άνθρωπος και ακολουθούν ιδεολογίες και εξουσία, που, όμως, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη ή όχι του ανθρώπινου συναισθήματος. Κάπως, διάβολε, πρέπει να μπει μια τάξη στις καθημερινές, κοινωνικές σχέσεις.
Οι τελευταίες δεν υπακούουν μόνο στο δίπολο φίλος-εχθρός, ούτε βέβαια σε μια ομοιοστασία την οποία επιθυμεί το πολιτικό σύστημα. Προ παντός μη χαθεί η συμπάθεια και το γέλιο. Τώρα, ποιος έχει δίκιο ή άδικο, έτσι κι αλλιώς και λοιπά θα το κρίνουν οι ιστορικοί του μέλλοντος (αν έχουν το δικαίωμα να κρίνουν ανθρώπους κι εποχές που δεν γνώρισαν, αλλά έτσι πάει, αιώνες τώρα· με μυθεύματα και ιδεατές κατασκευές ζουν τα έθνη…).
Επίσης: δεν ξέρω αν η πεντάμηνη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν opera buffa, σοβαρή πρόζα ή ιλαροτραγωδία, εάν επικρατεί κάποιος εθνομηδενισμός ή διεθνομηδενισμός, εάν κάποιοι θεωρούν εαυτούς πιο πατριώτες από άλλους, αν κρατάνε εξεγερσιακά λάβαρα ή αφήνονται να ζυμωθούν στη χοάνη του καπιταλισμού. Ταξικά μίση και εθνικά οράματα είναι για ημιεγγράμματους, ακατάλληλους να συζητούν στον δημόσιο χώρο. Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζουμε την Αριστερά με την αντίσταση ή τη Δεξιά με τη συντήρηση, όπως θεωρούμε οι περισσότεροι.
Αλλού είναι οι διαχωριστικές γραμμές (οι αιώνιες αυτές διαχωριστικές γραμμές): στην απόφαση που κάποια στιγμή παίρνει ο καθένας εάν μπορεί να ανακαλύψει τον εαυτό του ή όχι. Ως γνωστόν η διαδικασία αυτή είναι επώδυνη διότι πολλά κακά βρίσκονται εκεί. Πολλοί το αποφεύγουν και καταφεύγουν σε θρησκείες ή σε κόμματα και ιδεολογίες. Και τότε αρχίζουν τα προβλήματα· χάνεται ο ορίζοντας του βάθους, χάνεται η σκαπάνη και επικρατεί η επιδερμικότητα, αυτή η υπέροχα ατροφική έννοια.
Δεν γράφω για το Ποτάμι, γιατί είναι η προσωποποίηση του δήθεν, τάχα μου μεταρρυθμιστικού αλλά βαθιά συντηρητικού και οπισθοδρομικού κινήματος (καλέ!). Επιμένω ότι η Αριστερά δεν είναι και τόσο Αριστερά πλέον κι έτσι οφείλουμε να αποδεχτούμε και να πορευτούμε. Να καθαρίσει λίγο ο ταλαίπωρος νους, να ηρεμήσουν λίγο τα νεύρα και να οβελιστούν οι ανόητες, άναρθρες κραυγές.
