Δύο Αμερικανοί γίγαντες της τέχνης του 20ού αιώνα, η Τζόρτζια Ο’Κίφι (1887-1985) και ο Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ (1925-2008) κυριαρχούν στο εκθεσιακό πρόγραμμα της Tate Modern για το 2016. Oι υπεύθυνοι του λονδρέζικου μουσείου φουσκώνουν σαν παγώνια, αφού είναι η πρώτη μονογραφική έκθεση της Ο’Κίφι σε βρετανικό έδαφος εδώ και 20 χρόνια (από τον Ιούλιο του 2016).
«Σπάνια μπορείς να δεις έργα της Ο’Κίφι στην Ευρώπη και είναι πολύ δύσκολο να σχηματίσεις μια συνολική εικόνα για τη δουλειά της, εκτός αν ταξιδεύεις συχνά στην Αμερική», τονίζει ο Aκίμ Μπόρχαρντ-Χιουμ, διευθυντής εκθέσεων της Tate Modern. Οσο για την έκθεση του Ράουσενμπεργκ (Δεκέμβριος 2016) είναι η πρώτη μεταθανάτια αναδρομική και η πρώτη ολοκληρωμένη στη Βρετανία έπειτα από 35 χρόνια.
Η Ο’Κίφι διαδραμάτισε ιδρυτικό ρόλο στον αμερικανικό μοντερνισμό που εισήχθη από την Ευρώπη. Είναι γνωστή για τα τοπία της και τους πίνακες με λουλούδια της ερήμου, με έντονα χρώματα και τονισμένα περιγράμματα, που συχνά μοιάζουν με γυναικεία γεννητικά όργανα. Σπούδασε ζωγραφική στο Σικάγο και τη Νέα Υόρκη και για πολλά χρόνια δίδασκε σε δημόσια σχολεία, πριν γνωρίσει τον φωτογράφο και γκαλερίστα Αλφρεντ Στίγκλιτς, ο οποίος προώθησε την καριέρα της και τελικά έγινε σύζυγός της. Τα έργα της, πλέον, γίνονται ανάρπαστα στις δημοπρασίες. Για παράδειγμα, το «Jimson Weed/White Flower No1» του 1932 έσπασε ρεκόρ για γυναίκα ζωγράφο, όταν πουλήθηκε πέρυσι για 44,4 εκατομμύρια δολάρια.
Κορυφαίος της ποπ αρτ, ο Ράουσενμπεργκ πίστευε ότι τα πάντα είναι τέχνη. Ζωγράφος, φωτογράφος, γλύπτης, δεν άφησε αντικείμενο της καθημερινότητας αλλά και της φαντασίας που να μην πειραματιστεί, από υφάσματα, αλουμίνιο, πλέξιγκλας μέχρι βαλσαμωμένα ζώα.
«Προσπαθώ στην τέχνη μου να βγάλω από συνηθισμένα πράγματα και αντικείμενα κάτι που με ξαφνιάζει», έχει πει ο δημιουργός που έσπρωχνε διαρκώς τα όρια της καλλιτεχνικής έκφρασης. Μάλιστα είχε εφεύρει τον όρο «συνδετικά» για να ορίσει τα πολύ ιδιαίτερα έργα του που δεν είναι ούτε γλυπτά, παρότι καταλαμβάνουν τον χώρο, ούτε ζωγραφικά παρότι έχουν χρώμα.
