Ξεκίνησε ως Νύφη στον «Ματωμένο γάμο» του Λόρκα στο θέατρο Αποθήκη. Και ύστερα έγινε Κυρία στις «Δούλες» του Ζενέ στο Εθνικό Θέατρο. Από τις 14 Απριλίου εισβάλλει στον κόσμο του Ντοστογιέφσκι μέσα από το αριστούργημά του «Αδελφοί Καραμάζοφ», που σκηνοθετεί η Νατάσα Τριανταφύλλη στο Θέατρο Τέχνης.
Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι παράλληλα με όλα αυτά φέτος σημειώνει μια μεγάλη προσωπική επιτυχία. Μια παράσταση sold out κι ένας ακραίος ρόλος στη θεατρική μεταφορά από τον Γιώργο Νανούρη του αυτοβιογραφικού βιβλίου «Κατερίνα» του Αύγουστου Κορτώ σημαδεύουν την καριέρα της. Η Λένα Παπαληγούρα δεν ερμηνεύει την Κατερίνα, τη διπολική μητέρα του συγγραφέα με το τραγικό τέλος. Καταφέρνει να είναι η Κατερίνα, διατείνονται κοινό και κριτική.
«Οταν μου έστειλε το κείμενο μέσω e-mail ο Γιώργος Νανούρης, το διάβασα μονορούφι από το κινητό μου. Δεν μπορούσα να το αφήσω με τίποτα. Ο βιωματικός, ειλικρινής τρόπος γραφής του Κορτώ με κυρίευσε. Το πρώτο πράγμα που ρώτησα τον σκηνοθέτη ήταν, γιατί εγώ. “Σκέφτηκα τα μάτια σου. Δεν θέλω η Κατερίνα να έχει εξωτερικό βάρος, αλλά εσωτερικό” μου είπε. Δουλέψαμε πολύ τις ηλικίες ώστε να τις μετέρχομαι μέσα από άλλους δρόμους. Δεν χρειαζόταν να “φορτωθώ” 150 κιλά – η φωνή, το αίσθημα μπορούσαν να οδηγήσουν στο μη προφανές. Αλλωστε, μια γυναίκα που έχει πεθάνει είναι χωρίς ηλικία. Ενώ δεν αγχώνομαι στο θέατρο, εδώ, πριν βγω στη σκηνή έχω αγωνία. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τι θα συμβεί με την “Κατερίνα”. Ξεκινήσαμε για δέκα παραστάσεις και τώρα είναι αδύνατον να κατέβει. Δεν υπάρχει εισιτήριο μέχρι τέλος Μαΐου. Μια δουλειά που έγινε με τα πιο απλά, χειροποίητα μέσα».
• Σας φόβισε το βούτηγμα στην άβυσσο μιας διπολικής προσωπικότητας, υπαρκτής μάλιστα, της αυτόχειρος μητέρας του συγγραφέα;
Δεν φοβήθηκα, ίσως από άγνοια κινδύνου. Από την αρχή ένιωσα ότι αφού θα το κάνουμε, η φωνή της Κατερίνας πρέπει να ακουστεί δυνατά. Οταν στο τέλος της παράστασης οι θεατές με πλησίαζαν μιλώντας μου πιο προσωπικά, δεν ήξερα πώς να το χειριστώ. Κάτι έβλεπαν πάνω μου, όχι ερμηνευτικά, που εγώ δεν συνειδητοποιούσα. Είχα κάνει μια έρευνα πάνω στο θέμα. Διάβασα, επισκέφτηκα το Δρομοκαΐτειο, μίλησα με τη μαμά μου που είναι ψυχολόγος και με ειδικούς ψυχιάτρους στους οποίους με παρέπεμψε. Ηξερα ότι θα δουν την παράσταση άνθρωποι με το ίδιο πρόβλημα. Ωστόσο πιστεύω πως κάτι άλλο συνέβη και η παράσταση ακούμπησε τόσο βαθιά. Το βιωματικό βιβλίο του Κορτώ μας οδήγησε να είμαστε το ίδιο προσωπικοί, προσεκτικοί στην αντιμετώπιση του υλικού. Το κείμενο σαν να με απελευθέρωσε σε περιοχές της ύπαρξης που αγνοούσα, προς τη σκοτεινή πλευρά και προς την ακραία εξωστρέφεια. Σαν χαρακτήρας δεν είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και μπορώ να πω ότι τα «ανεβάσματα» της Κατερίνας με δυσκόλεψαν περισσότερο. Επειδή αφηνόμουν πολύ στο βύθισμά της, κάποια στιγμή έπρεπε να περάσω ακαριαία, με ένα κλικ, στην άνοδο. Μια μεταστροφή συμπεριφοράς απότομη, βίαιη. Εκεί ο Νανούρης μού έλεγε «πάτα σε μια φράση και φύγε». Αν κάτι δεν μου προκύψει ερμηνευτικά, δεν επιτρέπω στον εαυτό μου το ψέμα. Μένω συνεπής σε ό,τι έχω εκείνη τη στιγμή και προχωράω.
• Πώς αντέδρασε ο συγγραφέας παρακολουθώντας το έργο του, τη ζωή του;
Μας έδωσε το βιβλίο, δηλαδή τη μητέρα του, με τρομερή γενναιοδωρία: «Κάντε ό,τι θέλετε». Ηρθε στο αναλόγιο που προηγήθηκε της παράστασης και στη μέση βγήκε έξω γιατί συγκινήθηκε. Βλέποντάς με στη σκηνή μου είπε: «Μου θυμίζεις πολύ την Κατερίνα, γι’ αυτό δεν ξέρω αν θα ξαναδώ την παράσταση». Αλλά η ξεχωριστή εμπειρία ήταν όταν ήρθε στο θέατρο ο άντρας της Κατερίνας, ο πατέρας του Αύγουστου. Αυτό ήταν πραγματικά δύσκολο. Στη μισή παράσταση μιλάμε για εκείνον. Οταν δηλαδή έλεγα, «τότε γνωρίζω τον Τάσο», ο Τάσος βρισκόταν εκεί, ανάμεσα στους θεατές. Μέσα μου έτρεμα πώς θα αντιδράσει. Μου είπε αργότερα ότι ταξίδεψε στο παρελθόν, ένιωσε συγκίνηση και αμηχανία. Δεν ήθελε να ξέρουμε ότι θα έρθει, για να μη μας επηρεάσει. Μη βρίσκοντας θέση όμως, αναγκάστηκε να καταφύγει στον Αύγουστο. Ηξερα λοιπόν ότι είναι εκεί, ζήτησα μόνο να μη μου πουν πού κάθεται. Εκείνο το βράδυ ό,τι έλεγα για τον Τάσο φωτιζόταν αλλιώς. Αυτό έχει η συγκεκριμένη παράσταση. Μου δίνει την ελευθερία να τη μετακινήσω ελαφρά μ’ έναν τονισμό, μια έκφραση, έναν ήχο.
• Ενώ είναι μονόλογος, κάποιοι κινούνται συντροφικά γύρω σας. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο Γιώργος Νανούρης, φωτίζοντάς σας με φακό, και ο Λόλεκ με την κιθάρα του.
Πέρσι έκανα στο Από Μηχανής μονόλογο την Ιφιγένεια σε σκηνοθεσία του Γάλλου Ζαν Ρενέ Λεμουάν. Την επομένη της πρεμιέρας εκείνος έφυγε. Εκεί να δεις μοναξιά. Απέμεινα κατάμονη, ρωτούσα τον ηλεκτρολόγο πώς ήμουν… Στην Κατερίνα είπα στον Νανούρη: μη μ’ αφήσεις μόνη. Η παρουσία του, όπως και του Λόλεκ, μια ήρεμη δύναμη στη σκηνή, είναι ασφάλεια. Νιώθω συντροφικότητα και συγχρόνως, τον πρώτο καιρό κυρίως, το άγχος της συνεχούς παρατήρησης του σκηνοθέτη. Είμαστε τρεις, όπως και το οικογενειακό τρίγωνο του Κορτώ: μητέρα, πατέρας, γιος.
• Νιώθετε το κοινό να φορτίζεται ψυχολογικά;
Ε λοιπόν, αισθάνομαι ότι είμαστε μαζί, ότι αυτό που βιώνω το μοιράζομαι ψυχικά με το κοινό. Οσο εξελισσόταν η τραγική ιστορία του Γιακουμάκη -το έργο θίγει διάφορα ευαίσθητα θέματα- ένιωθα τον κόσμο πιο βαριά. Αλλά η παράσταση είναι έτσι φτιαγμένη που στο τέλος μένεις με μια αύρα λύτρωσης. Είμαι πτώμα στην κούραση, αλλά χωρίς βάρος.
• Μέσα στην εβδομάδα περνάτε από την Κατερίνα σε μια τελείως διαφορετική γυναίκα, μια κοτζάμ Κυρία στις «Δούλες» του Ζαν Ζενέ. Με εξώπλατη τουαλέτα ισορροπείτε πάνω σε 15ποντες γόβες.
Μου αρέσει αυτή η ολική μεταμόρφωση. Φοράω περούκα με τεράστιο κότσο, έντονο μακιγιάζ, υψωμένο φρύδι και πανύψηλα τακούνια, που για να τα συνηθίσω ζήτησα να τα φορέσω από την πρώτη μέρα των προβών. Ο Μπρους Μάγιερς είναι ένας πολύ σημαντικός σκηνοθέτης. Συνηθισμένος να λειτουργεί με ομάδα, στους ρυθμούς του Πίτερ Μπρουκ, δεν ήταν εύκολο να διαχειριστεί τρεις διαφορετικούς ηθοποιούς σ’ ένα θέατρο που λειτουργεί με συγκεκριμένο ωράριο, δουλεύοντας σε ξένη γλώσσα και μ’ ένα έργο αρκετά λογοκεντρικό. Ομως, ο τρόπος που το πλησίασε μας έκανε να ξεπεράσουμε εμπόδια.
• Και μετά το Πάσχα σ’ ένα λογοτεχνικό έπος: «Αδελφοί Καραμάζοφ».
Η σκηνοθέτις Νατάσα Τριανταφύλλη αποπειράται να παραστήσει ό,τι εκείνη ήθελε να συμπυκνώσει διαβάζοντας το αριστούργημα του Ντοστογιέφσκι, κρατώντας το πνεύμα, την ατμόσφαιρά του. Επιλέγει να επικεντρωθεί στους αδελφούς και τις δύο γυναίκες, δημιουργώντας μ’ έναν τρόπο τους θηλυκούς πόλους της ιστορίας. Ερμηνεύω την Γκρούσενκα, το κορίτσι που παίζει με τον πατέρα και τον γιο, ενώ είναι ερωτευμένη με έναν αξιωματικό. Κι όταν απογοητεύεται, επιστρέφει στον Ντιμίτρι ξέροντας πια ότι αυτός είναι ο έρωτάς της. Προσπαθώ να έχει ολότητα η ηρωίδα, δύσκολο έξω από τις γραμμές του μυθιστορήματος, μαχητό ωστόσο στις πρόβες. Δεν προσδιορίζονται χρόνος και τόπος στην παράσταση, θα έλεγα ότι όλα γίνονται σ’ ένα ψυχικό τοπίο – ας μη ληφθεί η λέξη τόσο βαρύγδουπα όσο ακούγεται. Ο ιεροεξεταστής υπάρχει ως απόσταγμα της αφήγησης, εν είδει παράβασης.
• Τέσσερα έργα «τρέξατε» μέσα στη σεζόν. Ρεκόρ δουλειάς για τα δεδομένα ανεργίας που επικρατεί στο θέατρο.
Η αλήθεια είναι ότι έκανα πάρα πολλά πράγματα. Κουράστηκα, αλλά είμαι ευγνώμων. Μια χρονιά του ηθοποιού μπορεί να είναι φουλ και οι υπόλοιπες με μεγάλα κενά. Το έχει η δουλειά μας, δυσκολίες σε καλλιτεχνικό και οικονομικό επίπεδο. Υπήρξα πολύ τυχερή. Από την αρχή που βγήκα στο θέατρο είπα: αν καταφέρω να δουλέψω θα συνεχίσω, αλλιώς θα εγκαταλείψω. Αντικατέστησα τη Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου στο «Περλιμπλίν και Μπελίσα», στη συνέχεια με επέλεξε ο Λιβαθινός με οντισιόν για την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού. Μετά, το ένα έφερε το άλλο. Συμμαθητές μου από τη Σχολή ήταν ίσως καλύτεροι, σίγουρα πιο έτοιμοι από εμένα. Αλλά ήμουν μικρή, 21 ετών, και έμοιαζα 15, πράγμα που μου επέτρεψε να παίξω ρόλους νεαρής. Αναζητώ συνθήκες και συνεργάτες που δεν θα στραγγαλίζουν, αλλά θα επιτρέπουν να είμαι ελεύθερη. Δεν διστάζω να στείλω βιογραφικά, να πάω σε ακροάσεις, να ζητήσω κάτι όταν πραγματικά με ενδιαφέρει κι όχι μόνο και μόνο για να βρίσκομαι στα πράγματα. Δεν τρέχω, ας πούμε, στα πάρτι. Μου δόθηκαν ευκαιρίες, αλλά είμαι και πολεμίστρια σαν χαρακτήρας. Θα σκιστώ να αποδείξω ότι δικαίως με επέλεξαν. Αμφιβάλλω αν αξίζω πραγματικά, άρα ο πρώτος λόγος είναι να το αποδείξω στον εαυτό μου.
• Ταυτίζεστε με τη δουλειά σας;
Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς το θέατρο. Μου δίνει μεγάλη χαρά, ελευθερία, που στη ζωή μου δεν βρίσκω εύκολα. Σαν κάτι να με ξεπερνάει, να με μετακινεί από το κέντρο μου. Οπως όταν είσαι απόλυτα ερωτευμένη. Οι ηθοποιοί είναι μείγμα ματαιοδοξίας και ανασφάλειας. Γι’ αυτό βγάζουν εγωισμούς ή κακότροπες συμπεριφορές. Ομολογώ ότι υπήρξα τυχερό παιδί. Μεγάλωσα σε πολύ καλή συνθήκη, με γονείς πνευματικούς ανθρώπους, πάντα είχα πρόσβαση σε βιβλία, πήγα σε καλό σχολείο. Το σημαντικότερο είναι ότι πήρα πολλή αγάπη, διδάχτηκα ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο στη ζωή, καθώς και την πειθαρχία, αρετή που τώρα μου είναι χρησιμότατη. Επίσης, ένιωθα ελεύθερη. Εζησα σχετικά γρήγορα μόνη, δεν χρειάστηκε να επαναστατήσω για κάτι – δυστυχώς, θα σχολίαζε κάποιος…
• Παρακολουθείτε τι γίνεται στην κοινωνία;
Οπως κάθε ευαίσθητος πολίτης. Πρέπει να είσαι ούφο ή να έχεις τρελές άμυνες για να μην παρατηρείς και να μην επηρεάζεσαι. Ενημερώνομαι, αγωνιώ για το μέλλον. Ισως χρειάζεται να περιμένουμε λίγο πριν απογοητευτούμε. Στις πρόβες σκέφτομαι κάτι που είχε γράψει ο ποιητής Γιάννης Κοντός για τους αποφοίτους δραματικής σχολής: Οταν μπαίνεις στην πρόβα αφήνεις τη ζωή σου απέξω και εύχεσαι κάποιος να σ’ την κλέψει μπας και γλιτώσεις… Νομίζω ότι στον δυτικό κόσμο κάτι πήραμε λάθος σ’ αυτά που πιστέψαμε και μεταλαμπαδεύουμε στις γενιές. Μεγαλώνουμε κι όλοι μάς λένε τι κάνει ο διπλανός και πώς θα έπρεπε να είμαστε. Δεν επιθυμούμε, δεν ακούμε την ψυχή μας. Δεν έχουμε ησυχία, αλλά λειτουργούμε πάντα συγκριτικά. Ας είμαστε λίγο πιο προσωπικοί, κυρίως στη δουλειά μας. Ο μοναχός Ζωσιμάς στους «Καραμάζοφ» όταν τον επισκέπτεται ο Αλιόσα έχει έναν συγκλονιστικό μονόλογο που με εκφράζει απόλυτα: «Η ζωή θα σου φέρει πολλές δυστυχίες, αλλά μ’ αυτές θα γίνεις ευτυχισμένος. Θα υμνήσεις τη ζωή και θα αναγκάσεις και τους άλλους να την υμνήσουν. Η ευγνωμοσύνη στη ζωή είναι το σπουδαιότερο όλων. Και προπάντων να θυμάσαι, δεν μπορείς να γίνεις κανενός κριτής. Σκέφτομαι καμιά φορά: τι είναι κόλαση; Και λέω πως είναι το μαρτύριο του να μην αγαπάει κανείς. Μια φορά μέσα στο άπειρο, μέσα στο απέραντο και άχρονο διάστημα, δόθηκε σε μια πνευματική ύπαρξη με την εμφάνισή της πάνω στη γη η δυνατότητα να πει στον εαυτό της: υπάρχω και αγαπώ»…
INFO:
- «Οι δούλες» του Ζαν Ζενέ, Μικρό REX, Σκηνή «Κατίνα Παξινού» (μέχρι 24/5)
- «Κατερίνα» του Αύγουστου Κορτώ, θέατρο «Θησείον»
- «Αδερφοί Καραμάζοφ» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Υπόγειο Θεάτρου Τέχνης. Διασκευή: Διονύσης Καψάλης. Σκηνοθεσία: Νατάσα Τριανταφύλλη. Μουσική: Μόνικα. Σκηνικά: Εύα Μανιακή. Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη. Φωτισμοί: Νίκος Βλαχόπουλος. Παίζουν: Aντίνοος Αλμπάνης, Μπάμπης Γαλιατσάτος, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Μελέτης Ηλίας, Λένα Παπαληγούρα, Βασιλική Τρουφάκου, Αινείας Τσαμάτης.
