Σεκλετίζονται οι γυναικείες καρδιές στην απέναντι όχθη του Αιγαίου, όπου τα μέσα μαζικής δικτύωσης παίρνουν φωτιά για το χατίρι του πρωθυπουργού μας. Τουρκάλες κάθε ηλικίας δεν κρύβουν τον νταλκά τους για το αγλαό πρόσωπό του. Ερίζουν αριστερές, δεξιές και αμφιδέξιες, θεωρώντας τον το δίχως άλλο δικό τους. Βουλευτίνες τον χαρακτηρίζουν χαρισματικό, δυναμικό και πάνω απ’ όλα γοητευτικό και πανέμορφο άντρα.
Εκφράζει άμετρη ζηλοφθονία η πρόσφατη δήλωση του μπασμπακάν Αχμέτ Νταβούτογλου, της πονηρής αλεπούς που ούτε στο μικρό δαχτυλάκι δεν φτάνει τον Τσίπρα, πως ο ΣΥΡΙΖΑ αντέγραψε μέχρι κεραίας τις θέσεις του κόμματός του. Κι αναρωτιόμουν τι γύρευαν νυχθημερόν στην Κουμουνδούρου το προηγούμενο διάστημα Τούρκοι και Κούρδοι πολιτικοί πρόσφυγες, οίτινες διαμένουν στην Αθήνα από πολλών ετών και, ως εκ τούτου, γνωρίζουν απταίστως και τις δύο γλώσσες.
Φαίνεται πως οι γειτόνισσες ενδιαφέρονται ζωηρά για τις εν Ελλάδι εξελίξεις. Γέμισαν, λοιπόν, έξαλλες οι θαυμάστριες τους τοίχους στη δυτική πλευρά του Βοσπόρου και στις πόλεις των μικρασιατικών παραλίων με το σύνθημα «Bizi de kurtar, Aleksis» και μάλιστα με προσεγμένους, καλλιγραφικούς χαρακτήρες. «Αλέξη, σώσε κι εμάς» πά’ να πει. «Δεν έμενε εικοσάχρονη σπρέι να μην κρατήσει και χήρα νια στο δρόμο να μη βγει» για να παραφράσουμε τον ποιητή. Μη σπρώχνεστε, κυρίες μου. Αφήστε να ανακουφίσει εμάς πρώτα. Σταματήστε, επιτέλους, τα αδιάκριτα βλέμματα στους αστέρες του πολιτικού μας βίου.
Τέλη του 1980 τρώγαμε οκλαδόν πάνω σ’ ένα πολύχρωμο χαλί, στο σπίτι ενός φίλου στην Αντιόχεια. Αλησμόνητο δείπνο. Αμίλητες και χαμηλοβλεπούσες, μάνα και αδελφή, μας σερβίρισαν όλα τα καλά του Αλλάχ και μόνο όταν την είχαμε κάνει ταράτσα και αναφωνούσαμε περιδεείς «Αφεριμ», ήρθαν να καθίσουν μαζί μας. Μόλις αποκτήσαμε μια σχετική οικειότητα, η οικοδέσποινα έτρεξε στο διπλανό δωμάτιο, φέρνοντας τουρκικές εφημερίδες με πρωτοσέλιδες φωτογραφίες του Ανδρέα με τη Δήμητρα Λιάνη. «Παπαντρεού, Παπαντρεού» επαναλάμβανε υπομειδιώντας σκανδαλισμένη. Δεν είναι, όμως, μόνον οι Τουρκάλες που πανηγυρίζουν τη νίκη του ολοδικού τους Aleksis.
Εξ Απειράνθου ορμώμενος ο Σταύρος Πολυκράτης του Λογοθέτη διάγει αισίως το ενενηκοστό τρίτο του έτος. Παλιός ΕΔΑΐτης εκδηλώνει την ανεδρόσιστη μέθη του για την εκλογή της νέας κυβέρνησης -πώς αλλιώς;- στιχοπλοκώντας: «Σήμερα η Αριστερά/ έχει τεντώσει τα φτερά/ για να πετάξει/ και ο λαός μας τη χαρά/ θα νιώσει για πρώτη φορά/ κι όλα θα μπουν σε τάξη./ Ο ήλιος βγήκε λαμπερός/ και ήρθε πάλι ο καιρός/ να ξαναλάμψει/ καινούργια μέρα ξεκινά/ για Ελληνίδα κι Ελληνα/ τα βάσανα να θάψει./ Ελληνες και Ελληνίδες/ ξανανθίζουν οι ελπίδες/ για μια ζωή άλλη/ δικαιοσύνη, δημοκρατία/ είναι πάντα η αιτία/ στη δική μας πάλη./ Ψωμί, παιδεία, ελευθερία/ αγάπη, χαρά στην κοινωνία/ ο αγώνας μας/ για ελεύθερη Ελλάδα/ του πολιτισμού λαμπάδα/ στον αιώνα μας».
Στις προγραμματικές του δηλώσεις ο μικρός δεν έβαλε νερό στο κρασί του. Εκανε σεφτέ ιδανικό. Οι δανειστές φρυάζουν. Ο Σόιμπλε έγινε μπλε. Ο Σουλτς μαθαίνει μονοσύλλαβες ελληνικές λέξεις, όπως ουστ. Ο Ντάισελμπλουμ κάνει μακροβούτια στο τζακούζι για να του φύγει η κρυάδα. Κι η Μέρκελ θυμίζει τον Γερμανό μελλοθάνατο του γνωστού ανέκδοτου, που ζήτησε ως τελευταία επιθυμία να επισκευαστεί η ελαττωματική λαιμητόμος.
