Χουχουλιάζω κάτω απ’ το πάπλωμα τούτο τον χειμώνα. Με πλακώνει που ‘λεγαν οι παλαιοί. Ξυπνώ αργά το πρωί, καταμεσήμερο σχεδόν, και με μισόκλειστα μάτια αφήνομαι ανέμελα στη θαλπωρή του· σαν έφηβος. Απελευθερώνομαι. Προβάρω σάμπως σε όνειρο έναν αλλιώτικο εαυτό, ανακαινισμένο, παρασάγγες καλύτερο απ’ ό,τι συνήθως· απαλλαγμένο απ’ τις αγκυλώσεις και τα κακά φυσικά του. Στεκόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλο μετέωροι, μπερδεμένοι στα κλινοσκεπάσματα. Κοιταζόμαστε παράξενα στην αρχή, ψιλοκουβεντιάζουμε όταν σπάει ο πάγος, συνυπάρχουμε, συνδιαλεγόμαστε, συνδιαμορφώνουμε το μέλλον μαχμουρλίδικα, ραχάτικα στην εμπύρετη ραστώνη του κρεβατιού. Μη φανταστείτε πως παζαρεύουμε τίποτα ρηξικέλευθες βελτιώσεις. Τετριμμένα πράματα· ανώδυνα μνημόνια της καθημερινής ζωής.
Αρπάζω το μολύβι μόλις επιτέλους σηκώνομαι και ψήνω καφέ, εμπλουτίζοντας τον κατάλογο με τις επείγουσες προτεραιότητες: Να περιορίσω ποτά, ξενύχτια, κάπνισμα και λοιπές καταχρήσεις. Να χάσω κανένα κιλό. Να πληρώσω τους λογαριασμούς, εκτός από τον εδώ και δεκαετίες ανεξόφλητο στη Μιχαλού. Να διαβάσω. Να γράψω τα δικά μου, που κιτρινίζουν στο συρτάρι τόσα τέρμινα. Να ταξιδέψω να ξεφύγει το μάτι μου, όχι σε τίποτα μέρη εξωτικά· ας είναι και στα εξοχικά της Αττικής βρε αδελφέ. Να καρδιοχτυπήσω ξανά για τις ασήμαντες λεπτομέρειες του βίου. Κουραφέξαλα. Ανάβοντας το πρώτο τσιγάρο όλα τούτα ξεθωριάζουν στην αχλή του καπνού κι η λίστα αβγατίζει αντί να μειώνεται.
Ζαβά σχέδια επί χάρτου για νεφελοβάμονες μουντζουρώνω· κι ο Καβάφης να με παίρνει το κατόπι στους αιθέρες: «Την μια μονότονην ημέραν άλλη/ μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν/ τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι-/ η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν./ Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα./ Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·/ είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα./ Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει». Ξέρω πως το πρόβλημα δεν το έχω μόνον εγώ. Το αναγνωρίζω στους καθρέφτες των ματιών εκείνων με τους οποίους διασταυρώνομαι στον δρόμο, το μετρό, το γραφείο, το μπαρ.
Ισχυρίζονται ορισμένοι ότι τώρα που βγήκε ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε τάχατες συναρπαστική η ζωή μας. Ψευδαισθήσεις λιπαίνουν. Μην περιμένεις ν’ αλλάξεις την κοινωνία αν δεν φέρεις πρώτα τούμπα τον εαυτό σου. Πέντε εβδομάδες τώρα η νέα κυβέρνηση προβάλλει τα αλαζονικά υπερεγώ της. Πάρτε παράδειγμα τον Βαρουφάκη. Δεν φαίνεται διατεθειμένος να εισχωρήσει στις μαύρες τρύπες της οικονομίας. Δεν εκπέμπουν λάμψη. Κορυβαντιά, αντιθέτως, στα ελληνικά και διεθνή ΜΜΕ με ακκισμό νεόκοπου σταρ. Εχει κόψει καπίστρι. Κατηγορεί τον Μηλιό πως μηρυκάζει το αφήγημα της Ν.Δ. και διαβεβαιώνει ότι θα έπειθε με ευκολία τον Γλέζο. Κούνια που τον κούναγε. Τα πρωινά παραμένω ασάλευτος στο κρεβάτι κάμποση ώρα, κάνοντας χάζι τις εκδοχές του εαυτού μου που αναβάλλονται. Θα δοκιμάσω ν’ αλλάξω την άνοιξη, που, εκών άκων, θα καταχωνιάσω το πάπλωμα στην ντουλάπα.
