Γιάννης Κουζής*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι «μεταρρυθμίσεις» στην εποχή της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας αποκωδικοποιούνται σε μέτρα αντιμεταρρύθμισης και γενικευμένων απορρυθμίσεων, που συνοδεύονται από την εντυπωσιακή εφευρετικότητα σε ελκυστικούς όρους, οι οποίοι υποκρύπτουν τις πλέον επώδυνες κοινωνικές ανατροπές υπό την κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων αξιών και προσταγμάτων.

Η κρίση και τα μνημόνια συνιστούν το απόλυτο άλλοθι για την επέκταση και την ένταση των «μεταρρυθμίσεων» στην αγορά εργασίας που, με δογματική προσήλωση, οδηγούν στην αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων σε όφελος μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων. Οι «μεταρρυθμίσεις» αυτές εκπλήσσουν με τον βαθμό αποτελεσματικότητας που τις χαρακτηρίζει επιτυγχάνοντας τη συμπίεση του «εργασιακού κόστους» κατά 24% σε διάστημα μιας μόνης τετραετίας.

Οι ίδιοι κυβερνώντες που επιδεικνύουν κραυγαλέα και διαχρονική ανικανότητα στη λήψη αναγκαίων μέτρων επιβάρυνσης των ισχυρών υπέρ ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων (π.χ. φορολογικό, φοροδιαφυγή), παρουσιάζουν εκπληκτική αποτελεσματικότητα στο πεδίο της εργασιακής απορρύθμισης. Εντυπωσιάζει, επίσης, η χρησιμοποιούμενη μέθοδος που, με χειρουργικές, σε ακρίβεια, επεμβάσεις δημιουργεί, σε ταχύτατους χρόνους, ένα νέο εργασιακό τοπίο που παγιώνεται και εγκαθιστά στην Ευρώπη εργασιακούς όρους που συγκλίνουν επικίνδυνα με τους αντίστοιχους του «κινεζικού θαύματος».

H μέθοδος των ριζικών εργασιακών «μεταρρυθμίσεων» που μετατρέπουν ολόκληρη τη χώρα σε μια ειδική οικονομική ζώνη, εκτυλίσσεται με τον ακόλουθο τρόπο:

α) Εναρξη των παρεμβάσεων κατά των εργαζομένων του Δημοσίου προκειμένου να αξιοποιηθεί ο καλλιεργούμενος κοινωνικός αυτοματισμός σε βάρος τους, στην κατεύθυνση της απόλυτης σύγκλισης του καθεστώτος εργασίας τους με το αντίστοιχο του ιδιωτικού τομέα και με όρους συνολικής υποβάθμισης.

β) Στροφή προς τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα με πολλαπλάσιες δόσεις «μεταρρύθμισης». Κεντρικός ρόλος ανατίθεται στην αποδιάρθρωση του συστήματος των συλλογικών συμβάσεων ως καθοριστικού εργαλείου διαμόρφωσης των μισθών και στην αποδόμηση του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας ως μέσου επίλυσης των συλλογικών διαφορών, επιφυλάσσοντας πλέον τυπικό χαρακτήρα στον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Παράλληλα, ευνοείται η εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων, με αποτέλεσμα οι συλλογικές ρυθμίσεις να υποχωρούν δραματικά ως βάση υπολογισμού των αποδοχών, καλύπτοντας πλέον μόνο το 20% των εργαζομένων από το αντίστοιχο 100% της προηγούμενης τριετίας.

γ) Επιβολή της άρσης της προστασίας από τις απολύσεις και της περαιτέρω διευκόλυνσής τους, σε μια περίοδο έξαρσης της ανεργίας και με ιδιαίτερη συμβολή στην εκτόξευσή της από το 7,5% στο 28%, ενισχύοντας το κλίμα της ανασφάλειας και της αποδοχής δυσμενέστερων όρων εργασίας.

δ) Ενίσχυση της επέκτασης των ευέλικτων μορφών εργασίας και των πολλαπλών ταχυτήτων αμοιβών και δικαιωμάτων με συνέπεια την ένταση της εργασιακής επισφάλειας και τη δημιουργία πρόσθετης πίεσης στην πλήρη και σταθερή απασχόληση που εκδηλώνεται με τη μείωση του μεγέθους και τη συμπίεση του περιεχομένου της.

ε) Επιβολή πολιτικών εργάσιμου χρόνου που επιδιώκουν την πλήρη ελαστικοποίηση των ωραρίων σε απόλυτη προσαρμογή στις ανάγκες της επιχείρησης για μειωμένο κόστος, και επιφέρουν την αποδιοργάνωση της κοινωνικής και οικογενειακής ζωής των εργαζομένων.

στ) Ολοκλήρωση της εργασιακής απορρύθμισης με τη σχεδιαζόμενη επίθεση στα συλλογικά δικαιώματα του συνδικαλισμού και της απεργίας, προκαλώντας ισχυρότατο πλήγμα στη συλλογική δράση, σε συνέχεια της αποδυνάμωσης του ρόλου των συλλογικών συμβάσεων, και ως εκδήλωση της πλήρους απέχθειας του νεοφιλελευθερισμού στις συλλογικές αξίες. Η κακόβουλη επιβολή περιορισμών στην προστασία και στη διευκόλυνση της συνδικαλιστικής δράσης, όρων οικονομικού στραγγαλισμού των συνδικάτων, πρόσθετων προϋποθέσεων για την άσκηση του απεργιακού δικαιώματος και η επαναφορά του lock out, συνθέτουν τις νέες «μεταρρυθμίσεις» που δρομολογούνται.

Ανεξάρτητα από τις εσωτερικές αδυναμίες και παθογένειες των ελληνικών συνδικάτων, η κυβερνητική σπουδή για την επιβολή της τάξης στην εσωτερική τους λειτουργία και την ενίσχυση της δημοκρατίας στον τρόπο κήρυξης των απεργιών (50% των εγγεγραμμένων μελών), δεν πείθει παρά μόνο ως απόπειρα πρόσθετης παρεμπόδισης της συλλογικής δράσης. Η επίκληση, μάλιστα, της δημοκρατίας στους χώρους δουλειάς στις μέρες μας αποτελεί πρόκληση όταν προέρχεται από τους νομοθετούντες την ισοπέδωση των εργασιακών δικαιωμάτων. Αποκαλυπτικό, άλλωστε, των πραγματικών τους «δημοκρατικών» προθέσεων είναι το παράδειγμα της νομοθετικής επιβολής ελαστικών ωραρίων εργασίας, όταν αρκεί η συμφωνία τριών εργαζομένων με τον εργοδότη(από το σύνολο των είκοσι), για την ελαστικοποίηση του εργάσιμου χρόνου στις μικρές επιχειρήσεις! Παράλληλα, η επαναφορά της ανταπεργίας έπειτα από 32 χρόνια, ως «ισοδύναμου όπλου» απέναντι στην απεργία, συνεπάγεται την περαιτέρω ενίσχυση της φύσει ισχυρής πλευράς του εργοδότη σε βάρος της εργασίας.

Τα παραπάνω συνιστούν τον ορισμό της άριστης εκτέλεσης ενός τέλειου σχεδίου εργασιακής απορρύθμισης με τον μανδύα των «μεταρρυθμίσεων». Σε απλή μετάφραση, αποτελούν εγγύηση υψηλής κερδοφορίας του κεφαλαίου, προτάσσοντας επιχειρήματα, δανεικά από την εποχή του πρώιμου καπιταλισμού, που αποθεώνουν την πλήρη απελευθέρωση, και συνεπώς την ασυδοσία, των δυνάμεων της αγοράς.

* Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο