Οι ισχυρισμοί του καταγγελλόμενου Γιώργου Αποστολόπουλου μέτρησαν περισσότερο στην εισαγγελική κρίση από αυτούς του καταγγέλλοντος Παύλου Χαϊκάλη για απόπειρα χρηματισμού του από τον πρώτο, οδηγώντας τελικά στο αρχείο την υπόθεση που έριξε σκιές στο Κοινοβούλιο μεσούσης της διαδικασίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας.
Σε ένα επτασέλιδο πόρισμα, ο εισαγγελέας Εφετών, Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος, κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος άσκησης ποινικής δίωξης, καθώς δεν προέκυψαν οι επαρκείς ενδείξεις που απαιτεί ο νόμος για τη διάπραξη του αδικήματος της δωροδοκίας βουλευτή. Ο εισαγγελέας χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «δεν προέκυψε κανένα στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ούτε προέκυψε η βασιμότητα της καταγγελίας». Σύμφωνα με το εισαγγελικό πόρισμα, που χθες το βράδυ παραδόθηκε στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών, Ισίδωρο Ντογιάκο, δεν αίρεται το τηλεφωνικό απόρρητο του Γιώργου Αποστολόπουλου, ο οποίος κατά την εκδοχή Χαϊκάλη λειτούργησε ως μεσάζων, ενώ δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το οπτικοακουστικό υλικό που προσκόμισε ο βουλευτής των ΑΝ.ΕΛΛ. γιατί ο εισαγγελέας υιοθετεί τη «φόρμουλα» του «παρανόμως κτηθέντος».
Ειδικότερα για την αίτηση άρσης τηλεφωνικού απορρήτου, ο εισαγγελέας τονίζει ότι δεν υφίσταται αρμοδιότητα του δικαστικού συμβουλίου στη φάση της προκαταρκτικής εξέτασης. Σε κάθε περίπτωση, κατά τον εισαγγελέα, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς το υλικό ελήφθη παράνομα. Στο τηλεφωνικό απόρρητο δεν είναι αναγκαία η άρση καθώς δεν υπάρχει θέμα διαρροής μυστικού. Τέλος, δεν διευκρινίζεται στην αίτηση για ποιον λόγο είναι αναγκαίο να αρθεί το απόρρητο.
Ο Π. Παναγιωτόπουλος εμφανίστηκε να υιοθετεί πλήρως τους ισχυρισμούς του Γ. Αποστολόπουλου, που καταθέτοντας το Σάββατο με την ιδιότητα του υπόπτου ισχυρίστηκε ότι ήταν αυτός που επιχείρησε να παγιδεύσει τον Π. Χαϊκάλη για να διακριβώσει όπως είπε «το ηθικό πολιτικό χάλι του», αλλά τον πρόλαβε ο βουλευτής των ΑΝ.ΕΛΛ. Σύμφωνα με το πόρισμα, «και το προσελθόν στη συνάντηση πρόσωπο (σ.σ. ο Αποστολόπουλος) είχε επίσης παγιδέψει τον χώρο με τοποθέτηση συσκευής καταγραφής ήχου κάτω από το τραπέζι της συνάντησης (το οποίο ανακάλυψαν οι Καμμένος και Χαϊκάλης), με κάμερα σε ανιχνευτή φωτιάς στο ταβάνι της οροφής, αλλά και με τοποθέτηση ενός ζευγαριού σε σωστά επιλεγμένη θέση ώστε να έχει πλήρη οπτική επαφή με τα συνομιλούντα πρόσωπα».
Ωστόσο, νομικοί κύκλοι επισήμαναν χθες ότι εγείρονται ποικίλες απορίες: για ποιον λόγο ο Γ. Αποστολόπουλος κατέγραψε τη συνάντησή του με τον Παύλο Χαϊκάλη και γιατί ο τελευταίος αφού αντιλήφθηκε την ηλεκτρονική παγίδευσή του επανέλαβε το ραντεβού. Πάντως, ο εισαγγελέας στο πόρισμά του εκφράζει τη δικονομική αλλά και ουσιαστική απορία για το γεγονός ότι ο πρόεδρος των ΑΝ.ΕΛΛ., Πάνος Καμμένος, και ο βουλευτής του δεν προσήλθαν στις αρχές αμέσως μετά την πρώτη συνάντηση με τον Αποστολόπουλο, ώστε να παρασχεθεί η κατάλληλη τεχνογνωσία και να γίνει η σύλληψη του καταγγελλόμενου στο πλαίσιο του αυτοφώρου.
«Δεν είχε πρόθεση»
Ο εισαγγελέας εκφράζει τη βεβαιότητα πως «προκύπτει αναμφίβολα ότι μέχρι τις 18.15 της 12ης Δεκεμβρίου τόσο η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών όσο και η αστυνομία δεν γνώριζαν τα στοιχεία του προσώπου που θα προσέγγιζε και θα επισκεπτόταν τον Π. Χαϊκάλη στο σπίτι του. Η ασφάλεια τα έμαθε ατύπως εκείνη τη στιγμή και επίσημα 20.10 της ίδιας μέρας, όταν ο Π. Χαϊκάλης έδωσε κατάθεση στη ΓΑΔΑ».
Ο εισαγγελέας δεν διέγνωσε πρόθεση χρηματισμού εκτιμώντας πως «πιθανολογείται σφόδρα ότι η μη προσέλευση του Αποστολόπουλου δεν είναι διαρροή για τον απλούστατο λόγο ότι μέχρι τις 18.15 δεν γνώριζε κανείς τα στοιχεία της ταυτότητας του ατόμου που θα εμφανιζόταν. Η μη προσέλευση στην οικία οφείλεται προδήλως στο ότι ο Αποστολόπουλος δεν προσήλθε στη συνάντηση επειδή ουδέποτε είχε αληθή και σπουδαία πρόθεση εμφάνισης σε αυτήν και προσφοράς του χρηματικού ποσού».
Η πλήρης υιοθέτηση των ισχυρισμών του Αποστολόπουλου από τον εισαγγελέα προκύπτει και από τη διαπίστωσή του ότι «ο δράστης ενός σοβαρού κακουργήματος δεν μπορεί να προσλαμβάνει μάρτυρες που θα παρακολουθούσαν τα γεγονότα, να τους εγκαθιστά σε θέση που βλέπουν τα πάντα, να τοποθετεί συσκευή παρακολούθησης κάτω από το τραπέζι και να εγκαθιστά κάμερα για να καταγράφει το έγκλημα».
Αντιθέτως, ο εισαγγελέας διέκρινε ότι ο Π. Χαϊκάλης προσήλθε στην Εισαγγελία να καταθέσει όντας «ανήσυχος» και κατέληξε στο ενδεχόμενο ότι μπορεί να φοβόταν, καθώς γνώριζε ότι ο συνομιλητής του τον καταγράφει και μπορεί να βγει υλικό σε βάρος του.
Η μήνυση Σαμαρά
Στο μεταξύ, χθες έγινε γνωστό ότι ο δικηγόρος Πέτρος Μαχάς κατέθεσε για λογαριασμό του πρωθυπουργού αίτημα στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθήνας προκειμένου να του δοθεί άδεια -λόγω της αποχής διαρκείας των δικηγόρων- ώστε να προχωρήσει στην κατάθεση μήνυσης σε βάρος του Π. Χαϊκάλη και κατά παντός υπευθύνου για συκοφαντική δυσφήμηση.
Το αίτημα απορρίφθηκε από την πρωτοβάθμια επιτροπή του Συλλόγου καθώς, όπως επισημάνθηκε στον Π. Μαχά, «άδειες δίδονται μόνο σε περιπτώσεις παραγραφής αδικημάτων αλλά εν προκειμένω τέτοιο θέμα δεν υφίσταται».
Στη συνέχεια όμως και ενώ το θέμα επρόκειτο να συζητηθεί στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο όργανο, το αίτημα αποσύρθηκε γιατί, σύμφωνα με τον δικηγόρο, «ο πρωθυπουργός δεν επιθυμεί προνομιακή μεταχείριση αλλά θα περιμένει όπως όλοι οι Ελληνες πολίτες»…
