Βρίσκονταν πολύ βαθιά μέσα στο πηγάδι. Ηταν αδύνατον να σκαρφαλώσουν. Εξάντλησαν κάθε πιθανότητα, αλλά μάταια. Οσο έπεφταν, ήλπιζαν στον εκ Δυτικής Ευρώπης Θεό (τους). Οπως πάντα, κάποιος, κάτι, κάπως θα τους έτεινε χείρα βοηθείας. Κινδυνολόγησαν, τρομοκράτησαν, νομοθέτησαν, επέβαλαν, έδειραν, φυλάκισαν, βασάνισαν. Κάποια στιγμή το πήραν απόφαση. Αποθανέτω η ψυχή τους μετά των αλλοφύλων. Θα τους τράβαγαν όλους εκεί κάτω. Γαία πυρί μιχθήτω. Και ξάφνου τους ήρθε η ιδέα. Η αγάπη του ενός για τον άλλο θα τους έσωζε. Θα πατούσαν επί πτωμάτων. Των παιδιών τους. Και θα ανέβαιναν και πάλι ψηλά. Ο Αντώνης κι ο Βαγγέλης πάσχισαν πολύ γι’ αυτήν την ηρωική ανάβαση. Θα ‘θελα να τους περιμένω στην έξοδο. Αν τα κατάφερναν. Δεν τα κατάφεραν. Η αγάπη τους ήταν στείρα. Στον πάτο!
Μια εικόνα, 123 λέξεις
