Μαριζέτα Αντωνοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ζούμε σε μια εποχή που η λέξη «κρίση» έχει γίνει σχεδόν μόνιμο επίθετο της καθημερινότητάς μας. Οικονομική κρίση, ενεργειακή κρίση, κρίση ακρίβειας, κρίση στέγης.

Σε κάθε μία από αυτές τις κρίσεις, υπάρχει ένα ερώτημα που επανέρχεται επίμονα: ποιος πληρώνει το κόστος; Και η απάντηση, ιστορικά, είναι σχεδόν πάντα η ίδια — το πληρώνουν πρώτοι και περισσότερο όσοι έχουν λιγότερα αποθέματα αντοχής. Οι νέοι, οι εργαζόμενοι, οι μονογονεϊκές οικογένειες, τα παιδιά.

Γι’ αυτό, όποτε ακούμε ότι «το κοινωνικό κράτος είναι ακριβό» ή ότι «δεν έχουμε πλέον περιθώρια για κοινωνικές πολιτικές», αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω. Όχι επειδή η κοινωνική πολιτική είναι ζήτημα συναισθήματος ή φιλανθρωπίας. Αντίθετα: επειδή είναι ζήτημα παραγωγικής και δημοκρατικής λειτουργίας μιας κοινωνίας.

Ο κοινωνικός συμβιβασμός που αμφισβητείται

Το σύγχρονο κοινωνικό κράτος δεν προέκυψε ως δώρο. Διαμορφώθηκε μέσα από δεκαετίες κοινωνικών αγώνων, συνδικαλιστικών κατακτήσεων και πολιτικών επιλογών που αναγνώρισαν κάτι θεμελιώδες: ότι η αγορά, αφημένη στη λογική του κόστους-οφέλους, δεν μπορεί από μόνη της να προστατεύσει όσους βρίσκονται εκτός παραγωγικής διαδικασίας — τους ανέργους, τους ηλικιωμένους, τα παιδιά, τους ασθενείς. Η κοινωνική προστασία, η κοινωνική αλληλεγγύη και η κοινωνική συνοχή δεν είναι τρεις χωριστές πολυτέλειες· είναι οι τρεις πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται κάθε δημοκρατική κοινωνία που θέλει να λέγεται σύγχρονη.

Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, αυτός ο συμβιβασμός αμφισβητείται συστηματικά. Το νεοφιλελεύθερο αφήγημα, που κυριάρχησε από τη δεκαετία του ’80 και κορυφώθηκε με την κρίση του 2008, επιχείρησε να μας πείσει ότι το κράτος πρόνοιας είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη, ότι οι κοινωνικές δαπάνες «τρώνε» την επενδυτική δραστηριότητα, ότι η λιτότητα είναι μονόδρομος. Η εμπειρία, ωστόσο —και η ίδια η διεθνής βιβλιογραφία το επιβεβαιώνει— δείχνει το αντίθετο: χώρες με ισχυρό κοινωνικό κράτος δεν παρουσίασαν χειρότερες οικονομικές επιδόσεις από όσες το συρρίκνωσαν. Η οικονομική ανάπτυξη και η κοινωνική πολιτική δεν είναι έννοιες ασύμβατες. Είναι, αντίθετα, αλληλένδετες.

Γιατί αφορά ιδιαίτερα τη δική μας γενιά

Οι νέοι σήμερα καλούνται να ζήσουν μέσα σε ένα τοπίο θεμελιωδώς διαφορετικό από αυτό που γνώρισαν οι γονείς τους: επισφαλής εργασία, κατακερματισμένες σταδιοδρομίες, στέγη απλησίαστη, δημογραφική γήρανση που μετατοπίζει βάρη ανάμεσα στις γενιές. Το κλασικό «συμβόλαιο των γενεών» — όπου περισσότεροι εργαζόμενοι συντηρούσαν λιγότερους συνταξιούχους — δεν λειτουργεί πια όπως παλιά, και αυτό δεν είναι επιχείρημα για κατεδάφιση της κοινωνικής προστασίας, αλλά για επαναθεμελίωσή της με νέους όρους.

Αυτό σημαίνει, πρακτικά, τρία πράγματα:

Πρώτον, επένδυση στην παιδική ηλικία και στην εκπαίδευση ως προτεραιότητα και όχι ως εναπομείναν κονδύλι. Η καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας και η πρόσβαση σε ποιοτική δημόσια εκπαίδευση από τη βρεφική ηλικία δεν είναι έξοδα· είναι θεμέλιο του παραγωγικού και κοινωνικού μας μέλλοντος.

Δεύτερον, αναγνώριση των νέων κοινωνικών κινδύνων — της επισφάλειας, του αποκλεισμού, των νέων μορφών οικογένειας — που τα κλασικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης δεν κάλυπταν ποτέ πλήρως, γιατί σχεδιάστηκαν για μια εργασία και μια οικογένεια που πια δεν είναι ο κανόνας.

Τρίτον, καθολικότητα αντί επιλεκτικότητας. Η κοινωνική πολιτική δεν πρέπει να στιγματίζει όσους τη χρειάζονται, ούτε να λειτουργεί ως ελεημοσύνη προς τους «άξιους φτωχούς». Πρέπει να είναι δικαίωμα του πολίτη, όχι εύνοια του κράτους.

Eίναι πολιτική επιλογή, όχι μοιραία εξέλιξη

Το πιο σημαντικό, ίσως, είναι να το πούμε καθαρά: η μορφή που θα πάρει το κοινωνικό κράτος τα επόμενα χρόνια δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα πολιτικής πάλης και πολιτικής επιλογής. Όσοι θέλουν λιγότερο κράτος και περισσότερη αγορά στην υγεία, στην παιδεία, στην κοινωνική ασφάλιση, δεν περιγράφουν μια αναγκαιότητα· προωθούν μια ιδεολογία. Και απέναντί της χρειάζεται μια εξίσου σαφής πολιτική πρόταση: ενός κοινωνικού κράτους που επενδύει στον άνθρωπο ως τέτοιον, από την παιδική ηλικία μέχρι τα γεράματα, και που αντιμετωπίζει την αναδιανομή όχι ως βάρος αλλά ως όρο κοινωνικής συνοχής και δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Η γενιά που μεγαλώνει σήμερα δεν έχει την πολυτέλεια της αδιαφορίας απέναντι σε αυτή τη συζήτηση. Το αν θα κληρονομήσει ένα κράτος που την προστατεύει ή ένα κράτος που την αφήνει μόνη της απέναντι στην αγορά, παίζεται τώρα, με τις πολιτικές αποφάσεις που παίρνουμε σήμερα.

*Της Μαριζέτας Αντωνοπούλου, Τομεάρχισσα Κοινωνικής Πολιτικής, Παιδιού και Οικογένειας.