Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει βρει το κλειδί για την επικοινωνιακή της υπεροχή στην απόδοση χαρακτηριστικών λαϊκισμού, δηλαδή δημαγωγίας, σε κάθε προοδευτική φιλολαϊκή πολιτική. Από το κοινωνικό κράτος μέχρι τη φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου, όλες οι φιλολαϊκές πολιτικές συνιστούν για την κυβέρνηση λαϊκισμό. Είναι, δηλαδή, ανεφάρμοστες και συνιστούν ανεύθυνη παροχολογία.
Ομως οι στημένες ερωτήσεις στα τηλεοπτικά πάνελ για το ακριβές κόστος κάθε φιλολαϊκής πολιτικής, όταν αγνοείται επιδεικτικά ο κρίσιμος παράγοντας του κοινωνικού και περιβαλλοντικού οφέλους που θα προκύψει από αυτές και όταν αποκρύπτεται επιδέξια το πάρτι των… ακοστολόγητων δισ. ευρώ που μεταφέρονται σε φιλικά με την κυβέρνηση συμφέροντα, αποτελούν την επιτομή του δημαγωγικού λαϊκισμού.
Εκεί, όμως, που ο δείκτης του κυβερνητικού λαϊκισμού χτυπάει κόκκινο είναι στην υπόθεση της αναγνώρισης των λεγόμενων «μη κρατικών πανεπιστημίων». Τα οποία στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε «μη κρατικά», ούτε όμως και «πανεπιστήμια». Η επικοινωνιακή ρητορική της κυβέρνησης βρίθει αναληθειών με σκοπό την παραπλάνηση των πολιτών προκειμένου να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα.
Κατ’ αρχήν συνιστά λαϊκισμό ο επικοινωνιακός εξωραϊσμός των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, τα οποία αποκαλούνται κατ’ ευφημισμόν «μη κρατικά». Ο εκ του αντιθέτου ορισμός τους παρέλκει, αφού στη χώρα μας δεν υπάρχουν κρατικά αλλά δημόσια πανεπιστήμια. Η συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ διαψεύδει κάθε ορισμό τους ως κρατικών. Γι’ αυτό, άλλωστε, και οι καθηγητές είμαστε δημόσιοι λειτουργοί και όχι κρατικοί υπάλληλοι.
Αν ο χαρακτηρισμός ως «μη κρατικών» των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων είναι αβάσιμος, άλλο τόσο αβάσιμη είναι και η επιτηδευμένη εμφάνισή τους ως «πανεπιστημίων». Αφού είναι γνωστό ότι η βασική αποστολή ενός πανεπιστημίου δεν εξαντλείται στη μετάδοση, αλλά επιβάλλει και την παραγωγή της γνώσης. Η έρευνα, όμως, ως παραγωγή νέας γνώσης απουσιάζει παντελώς από τις μέχρι τώρα επιδόσεις των ιδιωτικών κολεγίων που σε μια νύχτα μετονομάστηκαν σε πανεπιστήμια.
Η αναγνώριση των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων ως «μη κρατικών πανεπιστημίων» αποτελεί κορυφαίο δείγμα λαϊκισμού, καθώς δεν στηρίχτηκε σε καμία αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και ερευνητικών τους επιδόσεων. Είναι προφανές, άλλωστε, ότι κάθε εκπαιδευτήριο που συνδέεται με εμπορική συνεργασία με ένα ξένο αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο οφείλει να αξιολογηθεί με βάση τις δικές του επιδόσεις και όχι με βάση τις επιδόσεις του μητρικού του ιδρύματος. Με το οποίο δεν έχει ούτε το ίδιο προσωπικό, ούτε τις ίδιες δομές, ούτε και τις ίδιες ακαδημαϊκές επιδόσεις.
Η ίδια ακριβώς πρακτική ακολουθήθηκε και με το προσωπικό των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων. Το οποίο προσλαμβάνεται συστηματικά εκ των υστέρων, αφού τα ιδιωτικά κολέγια μετονομάστηκαν σε πανεπιστήμια και μάλιστα με απολύτως αδιαφανείς ακαδημαϊκές κρίσεις.
Η έλλειψη κάθε ίχνους σοβαρότητας και ακαδημαϊκής δεοντολογίας αντανακλάται στην αδιαφορία να έρθουν στη χώρα μας εμβληματικά πανεπιστήμια του εξωτερικού, όπως διαφήμιζαν οι κυβερνητικοί. Καθώς τα μόνα που ενδιαφέρθηκαν είναι τα ήδη λειτουργούντα ιδιωτικά κολέγια. Ο λαϊκισμός των «μη κρατικών πανεπιστημίων» δεν θα ήταν, ίσως, επικίνδυνος αν δεν ενείχε σαφή στοιχεία σκοπιμότητας. Αν δεν είχε, δηλαδή, ως τελικό στόχο την εξαπάτηση των πολιτών, προκειμένου να πειστούν ότι πρόκειται για… κανονικά πανεπιστήμια.
*Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
