Χωρίς ουσιαστικό αντίλογο στα πυρά της αντιπολίτευσης -κόντρα ακόμη και στα ηχηρά «καμπανάκια» που κρούει η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής– η κυβέρνηση επικυρώνει σήμερα στην Ολομέλεια τον νέο εκλογικό νόμο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που καταργεί τη δεύτερη Κυριακή και αλλάζει τον τρόπο επιλογής δημάρχων και περιφερειαρχών.
Στη μαραθώνια συνεδρίαση της Ολομέλειας -η συζήτηση συνεχίζεται από το πρωί σήμερα οπότε και ψηφίζεται ο Κώδικας- τόσο οι πολιτικοί αρχηγοί που τοποθετήθηκαν όσο και οι ομιλητές των κομμάτων, με το βλέμμα στραμμένο ταυτόχρονα στην επιτροπή για τη συνταγματική αναθεώρηση, κατηγόρησαν ουσιαστικά το σημερινό Μαξίμου πως δρομολογεί χωρίς δημοκρατικές αναστολές το σχέδιό του, βαφτίζοντας «μεταρρυθμίσεις» το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο στο οποίο κινείται εδώ και επτά χρόνια, με την εντύπωση πως κατοχυρώνει το μέλλον του στην εξουσία. Σχολιάζοντας παράλληλα και ομόφωνα, αναφορικά με την Τ.Α., πως η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει να ελέγξει απολύτως την αυτοδιοίκηση (και τους πόρους της) και ότι μετά το «πάθημα Μπακογιάννη» δεν θέλει να ξαναχάσει τον δήμο της Αθήνας.
«Δεν καταργούμε και τις εκλογές;»…
Οι θυελλώδεις αντιδράσεις της μειοψηφίας συνοψίζονται σε όσα ακούστηκαν χθες, κατά τη διάρκεια της συζήτησης της ένστασης αντισυνταγματικότητας που κατέθεσε η πτέρυγα της αξιωματικής αντιπολίτευσης:
«Θα μπορούσατε να ψηφίσετε μια διάταξη που θα λέει θα έχουμε πάντα πρωθυπουργό Μητσοτάκη, ΠτΔ Τασούλα, δήμαρχο Αθηναίων Μπακογιάννη και, ει δυνατόν, περιφερειάρχη Αγοραστό» πρότεινε δηκτικά ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ Παναγιώτης Δουδωνής, ενώ ο ίδιος, σχολιάζοντας το κυβερνητικό επιχείρημα περί εξοικονόμησης πόρων, πρόσθεσε ότι «με την ίδια λογική μπορούμε να καταργήσουμε και την πρώτη Κυριακή, ή συνολικά τις εκλογές, διότι όλα αυτά κοστίζουν. Οπότε η δημοκρατία είναι κοστοβόρα, άρα πρέπει να πάμε σε άλλη μορφή πολιτεύματος που κοστίζει και λιγότερα…». Στη συνέχεια, ο Παύλος Γερουλάνος παρατήρησε πως η πραγματική αγωνία της κυβέρνησης δεν είναι τα προβλήματα του δημότη, αλλά ο έλεγχος του δημάρχου. «Μην τυχόν και ο δήμαρχος φυτέψει λάθος πανσέδες! Ή για να είμαι πιο ακριβής, τους αγοράσει από λάθος φυτώριο…» δήλωσε με νόημα.
«Σας έχω μια πιο ριζοσπαστική πρόταση από το να καταργήσετε και την πρώτη Κυριακή καθώς είναι εξίσου δαπανηρό. Να πηγαίνουμε με κλήρωση!» συμφώνησε ο Θεόφιλος Ξανθόπουλος από τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. «Αλλος πρωτεύει, άλλος εκλέγεται…» συμπλήρωσε αναφερόμενος στο νέο σύστημα, μιλώντας για ευθεία αμφισβήτηση του δημοκρατικού πολιτεύματος και ακύρωση της ψήφου των πολιτών.
Παρεμβαίνοντας το μεσημέρι στη συζήτηση, ο Σωκράτης Φάμελλος υπογράμμισε πως ενώ η βούληση των κομμάτων της αντιπολίτευσης είναι να αποτελεί η αυτοδιοίκηση τον πυρήνα της δημοκρατίας «στα χέρια της Νέας Δημοκρατίας η Τ.Α. περνά τις χειρότερες μέρες της».
Μιλώντας για «απαράδεκτο» νομοθέτημα, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. κατηγόρησε την κυβέρνηση πως επιδιώκει μια αδύναμη και εξαρτημένη αυτοδιοίκηση, επαναλαμβάνοντας πως έχει «αναφυλαξία» στις προοδευτικές συνεργασίες. «Δεν μπορούν να χωνέψουν ότι έχασαν τον Δήμο Αθηναίων και τώρα νομοθετούν για να μην ξανασυμβεί. Θέλουν να βγαίνουν οι δικοί τους!» είπε, τονίζοντας πως στο DNA της Νέας Δημοκρατίας είναι μόνο οι υπόγειες συνεργασίες και τα πάρε-δώσε κάτω από το τραπέζι. «Επικαλείται την περικοπή του κόστους μια κυβέρνηση που βαρύνεται με σκάνδαλα δισεκατομμυρίων…» συνέχισε ο κ. Φάμελλος, ενώ κατέληξε λέγοντας πως η διαφθορά στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται μόνο με αλλαγή κυβέρνησης.
«Προτείνετε έναν εκλογικό νόμο με χαρακτηριστικά παπατζή. Εδώ δήμαρχος, εκεί δήμαρχος, πού είναι ο δήμαρχος;» σχολίασε ο γ.γ. του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας, χαρακτηρίζοντας το νέο σύστημα «ιλαροτραγωδία», ενώ η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας Ζωή Κωνσταντοπούλου έκανε λόγο για «λοβιτούρες».
Απαντώντας, ο υπουργός Εσωτερικών υποστήριξε αντιθέτως πως το σύστημα θα δώσει μεγαλύτερη δύναμη στους αιρετούς, θα διευκολύνει τις προεκλογικές συνεργασίες και τα κοινά ψηφοδέλτια και θα βοηθήσει στην αύξηση της συμμετοχής στις αυτοδιοικητικές εκλογές. «Το σημερινό σύστημα έκλεισε τον κύκλο του» δήλωσε ο Θοδωρής Λιβάνιος.
Αιτιάσεις από την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής
Σοβαρές αιτιάσεις ως προς τη διασφάλιση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και της αντιπροσωπευτικότητας της ψήφου που την αποτυπώνει εγείρει η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, που με τις παρατηρήσεις της στα άρθρα του νομοσχεδίου για τη διαδικασία στις αυτοδιοικητικές εκλογές (54, 56 και 57) «ακυρώνει» επί της ουσίας το διά ταύτα του νέου εκλογικού νόμου – που προβλέπει την κατάργηση του β’ γύρου και την καθιέρωση της εναλλακτικής ψήφου.
Στην έκθεσή της επισημαίνει ότι το νέο σύστημα δεν θέτει ως στόχο την επίτευξη της απόλυτης ή έστω της ευρύτερης δυνατής πλειοψηφίας, αφού ο επιτυχών συνδυασμός ανακηρύσσεται ανεξαρτήτως ποσοστού (ακόμη και με ποσοστό μικρότερο του 42%), ενώ δίνει εναλλακτική ψήφο μόνο υπέρ ενός συνδυασμού, αποκλείοντας σημαντικό μέρος εκλογέων.
Ειδικότερα επισημαίνεται ότι:
«Το προτεινόμενο σύστημα δεν άγει στην επίτευξη της απόλυτης ή της μέγιστης δυνατής πλειοψηφίας, αλλά απλώς στην επαύξηση της ισχύος των δύο πρώτων, με συνάθροιση της εναλλακτικής ψήφου που δίδει ο ψηφοφόρος υπέρ ενός μόνο συνδυασμού. Ετσι, ικανό μέρος των ψηφοφόρων (όσοι δηλαδή έχουν δώσει την εναλλακτική ψήφο υπέρ συνδυασμών που αποκλείστηκαν) αποκλείεται από τη δυνατότητα συμμετοχής στο δεύτερο στάδιο και, επομένως, στο τελικό εκλογικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, αν η εναλλακτική ψήφος δινόταν με σειρά κατάταξης, θα εξασφαλιζόταν η κατά τα ανωτέρω ευρύτερη αντιπροσωπευτικότητα και δημοκρατική νομιμοποίηση του επιτυχόντος συνδυασμού».
«Ο αποκλεισμός των ψηφοφόρων από τη δυνατότητα να μετέχουν στο δεύτερο στάδιο προσμέτρησης δεν θα οφείλεται σε αντικειμενικό γεγονός που συνάπτεται με θεμιτό σκοπό του εκλογικού συστήματος, αλλά με την, κατά τη λογική του συστήματος, άγνοια του ψηφοφόρου για την ταυτότητα των δύο επικρατέστερων συνδυασμών.
Τίθεται επομένως το ερώτημα, αφενός, αν διασφαλίζεται εν συνόλω η έκφραση της λαϊκής βούλησης στο δεύτερο στάδιο, όπως και η διαφάνεια των όρων εκλογικού ανταγωνισμού και, αφετέρου, αν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας».
«Αν οι δύο επικρατέστεροι συνδυασμοί έχουν συγκεντρώσει χαμηλό ποσοστό, η πολυδιάσπαση της εναλλακτικής ψήφου είναι πιθανόν να μην μπορέσει να εξασφαλίσει υπέρ του σχετικού πλειοψηφούντος συνδυασμού ούτε το 42% που ο νομοθέτης θεωρεί αναγκαίο για αυτοδύναμη νομιμοποίηση του αποτελέσματος.
Κατά τούτο, εγείρεται ζήτημα εσωτερικής αντίφασης στο σύστημα του νόμου και κίνδυνος ανεπαρκούς αντιπροσωπευτικότητας του αποτελέσματος. Το ζήτημα επιτείνεται από το γεγονός ότι ο επιτυχών συνδυασμός, ανεξαρτήτως ποσοστού, λαμβάνει σε κάθε περίπτωση και τα 3/5 των εδρών του οικείου συμβουλίου».
