Τη Δευτέρα 15/6/2026, στο πλαίσιο των λιγοστών -που πιο λίγες δεν γίνεται!- εκδηλώσεων με τις οποίες καλύπτει το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών το πεδίο της κλασικής μουσικής, παρακολουθήσαμε στο Ηρώδειο μια βραδιά με έργα θρησκευτικής έμπνευσης του Αρβο Περτ (Arvo Pärt). Γεννημένος το 1935 στην τότε -επ’ ολίγον- ανεξάρτητη Εσθονία, ο Περτ μεγάλωσε, μορφώθηκε μουσικά και έζησε στην υπό σοβιετική κατοχή πατρίδα του. Πέρυσι συμπλήρωσε τα 90˙ μάλιστα, σύμφωνα με αναφορές που κυκλοφόρησαν λίγο μετά τα γενέθλιά του, έχει πλέον σταματήσει να δημιουργεί λόγω προϊούσας άνοιας.
Σε κάθε περίπτωση ο διάσημος Εσθονός συνθέτης συγκαταλέγεται στους δημιουργούς του 20ού-21ου αιώνα με απόλυτα αναγνωρίσιμη υπογραφή, ενώ στο βασανισμένο πολιτιστικό πεδίο της Ανατολικής Ευρώπης το δημιουργικό του έργο γεφυρώνει τη μετάπτωση από την περίοδο της Σοβιετικής Ενωσης (1922-1991) στον μετασοβιετικό κόσμο. Γύρω στο ’70, σε μια ριζική δημιουργική και δραστική πνευματική μεταστροφή, ο νεαρός Περτ εγκατέλειψε τελείως τον δυτικότροπο μεταπολεμικό μοντερνισμό, που σκανδάλιζε και προβλημάτιζε τη σοβιετική λογοκρισία, και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη μελέτη της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής μουσικής.
Ακολούθως, το 1972 αποποιήθηκε τον λουθηρανισμό και προσχώρησε στην Ορθοδοξία. Ξανάρχισε να συνθέτει το 1976 και, έκτοτε, έχει παράξει ένα τεράστιο σώμα έργων θρησκευτικού/πνευματικού χαρακτήρα στο ύφος αυτού που κατακυρώθηκε -και αναγνωρίζεται- διεθνώς ως «ιερός μινιμαλισμός». Μάλιστα, υπερβαίνοντας τα όρια του πεδίου της κλασικής μουσικής, τις τελευταίες δεκαετίες τα έργα του κέρδισαν απρόσμενα ευρύτερη απήχηση, με κάποια από αυτά -όπως το περίφημο «Fratres» (1977) ή το «Cantus in memoriam Benjamin Britten» (1977)- να αποκτούν εμβληματικό στάτους. Σήμερα, μάλιστα, εντοπίζονται στο διαδίκτυο έως και αναφορές ότι η «ακίνητη, θλιμμένη» μουσική του Περτ λειτουργεί ως ιδανική ανακούφιση και παρηγοριά ειδικά σε ανθρώπους που είναι βαριά άρρωστοι ή βρίσκονται κοντά στον θάνατο.
Το πρόγραμμα παρουσιάστηκε στην υπαίθρια σκηνή του Ηρωδείου από τους πάγιους υποστηρικτές της μουσικής του Περτ: την Ορχήστρα Δωματίου του Ταλίν και τη Χορωδία Δωματίου της Εσθονικής Φιλαρμονικής υπό τον Εσθονό αρχιμουσικό Τόνου Καλιούστε (Tõnu Kaljuste), ενώ συμμετείχε ως σολίστ η επίσης Εσθονή υψίφωνος Μαρία Λίστρα. Λίγο ώς πολύ όλοι τους είναι γνωστοί στους φίλους του «ιερού μινιμαλισμού» μέσα από τις πολλές ηχογραφήσεις τους με μουσικές κυρίως του 20ού και του 21ου αιώνα. Ακούστηκαν πέντε έργα σαφώς θρησκευτικής ή/και εσχατολογικής δραματουργίας: «Für Lennart in memoriam για ορχήστρα εγχόρδων» (2006), «L’abbé Agathon για υψίφωνο και έγχορδα» (2004/2008), «Stabat Mater για υψίφωνο, κόντρα τενόρο, τενόρο και έγχορδα» (1985/2008), «Magnificat για πεντάφωνη χορωδία» (1989) και «Te Deum για τρεις χορωδίες, πιάνο, έγχορδα και αιολική άρπα» (1985/2007).
Τεχνικά οι ερμηνείες διέθεταν αχειροποίητη τελειότητα: ήσαν απόλυτα ακριβείς, λεπτομερώς επεξεργασμένες, δοσμένες με υποδόρια ψαλτικό ήθος, τονικά ασφαλέστατες, διατυπωμένες με φραστική αιθέριων αλλά απόλυτα ελεγχόμενων αποσβέσεων, διαποτισμένες από κατάνυξη. Συνολικά, το όλον έμοιαζε να έχει υποβληθεί σε μια υπερβάλλουσα ηχητική σκηνοθεσία με φροντίδα για τη μέγιστη απήχηση.
Προφανώς και δυστυχώς αναμενόμενη ήταν εδώ η έκδηλη χρήση ηχητικής ενίσχυσης απ’ αρχής μέχρι τέλους της συναυλίας, κάτι που με εξαίρεση το «Te Deum» δεν προβλεπόταν στα υπόλοιπα έργα τα οποία εδώ έπρεπε να ακουστούν σε ένα περιβάλλον ηχητικά τελείως εχθρικό και όχι σε κλειστό χώρο με φυσική ακουστική. Ειδικά στο «Te Deum» με το οποίο ολοκληρώθηκε η βραδιά, η χρήση ζωντανού ηλεκτρονικού ήχου και ενίσχυσης ήταν αναπόσπαστο συστατικό του «concept» του συνθέτη: επί σκηνής, πίσω από τα κοντραμπάσα, βρισκόταν κονσόλα που χειριζόταν ο Εσθονός ηχολήπτης Χάαρ Τάμιτ.
Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η εφαρμογή υπήρξε κατάφωρα παραμορφωτική, αφού οι απερίφραστα υψηλές εντάσεις της ενίσχυσης δημιούργησαν απόκοσμα υπερμεγέθεις ισοκράτες μπάσων και, εντέλει, ένα εντυπωσιοθηρικά εκβιαστικό supersoundtrack με τελείως αφύσικη, οδυνηρά οξεία διαφάνεια ήχου. Δεν γνωρίζω ούτε μπορώ να πω κατά πόσον αυτό θα ικανοποιούσε τον συνθέτη, πάντως έφερε στην επιφάνεια ένα χάσμα ανισορροπίας ανάμεσα στη βαθιά πνευματικότητα της μουσικής και στο αστάθμητο παιχνίδι της σαγήνευσης του ακροατηρίου… Μια ευπρόσδεκτη -αν και δύσκολη- υπερκαθυστερημένη συνάντηση του ελληνικού φιλόμουσου ακροατηρίου με το έργο του μεγάλου Εσθονού συνθέτη.
