ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Έλληνας κομμουνιστής, τραγουδοποιός και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης». Αυτά θα βρει κάποιος αν κάνει μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο με το όνομα «Πάνος Τζαβέλλας».

Το πιθανότερο είναι οι νεότερες γενιές να μην καταλαβαίνουν καν τι σημαίνει «κομμουνιστής», και μάλιστα με την έννοια που ήταν ο Πάνος Τζαβέλλας, ούτε Εθνική Αντίσταση μάλλον δεν θα ξέρουν τι είναι και για το «τραγουδοποιός» ακόμα όρκο δεν παίρνω αν ξέρουν (νεότεροι και μη) τι σημαίνει. Η ελληνική γλώσσα έχει το καλό ότι την καταλαβαίνεις και από τη σύνθεση μιας λέξης, αλλά ποιος αφήνει ένα λεπτό να το σκεφτεί σήμερα ακόμα κι αυτό, δεν ξέρω…

Όλα τα παραπάνω είναι ο βασικός λόγος που είναι απολύτως απαραίτητο να διαβαστεί το βιβλίο της Νατάσας Παπαδοπούλου-Τζαβέλλα «Πάνος Τζαβέλλας, από ατσάλι και βελούδο». Όχι γιατί δεν είναι απλά μια ουδέτερη βιογραφία, και ευτυχώς! Όχι μόνο γιατί δεν γράφεται από απόσταση ασφαλείας, ούτε από τη σκοπιά κάποιου ερευνητή που ταξινομεί γεγονότα, ημερομηνίες, τραγούδια και πολιτικές διαδρομές. Όχι μόνο γιατί είναι ένα βιβλίο από μέσα: από το σπίτι, από το πάλκο, την αρρώστια, τη συντροφικότητα. Από μια γυναίκα που έζησε 38 χρόνια δίπλα στον Πάνο Τζαβέλλα, ως σύντροφός του στη ζωή και στο τραγούδι, από τα 21 της μόλις χρόνια. Ούτε καν γιατί είναι (που δεν είναι) μια νοσταλγική περιπλάνηση σε μια εποχή που αυτά τα τρία χαρακτηριστικά -κομμουνιστής, τραγουδοποιός, αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης- πήγαιναν μαζί. Αλλά γιατί φανερώνει μέσα από τη μικροϊστορία (ιστοριογραφικά μιλώντας) το τι πραγματικά χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ζήσει ως τέτοιος. Τόσο απλά, τόσο βαθιά και, ναι, τόσο απίστευτα σημαντικά.

Ο Πάνος Τζαβέλλας χωρίς μουσείο, χωρίς λήθη

Στο βιβλίο, στην αφήγηση της Νατάσας, στα αποσπάσματα από μαρτυρίες και λόγια του ίδιου του Πάνου Τζαβέλλα (σ.σ. που το τραγούδι του «Έντιμε άνθρωπε κυρ Παντελή» είναι ο εθνικός ύμνος του Νεοέλληνα και μακάρι να τον τραγουδούσε μπας και φτάσει στο σημείο να του αξίζει για να τραγουδάει τον άλλο, τον κανονικό), στο βιβλίο λοιπόν όποιος αναζητά μια ψυχρή, ακαδημαϊκή αποτίμηση του Τζαβέλλα, θα πρέπει να ξέρει ότι εδώ δεν θα τη βρει.

Θα βρει αγάπη, θα βρει θαυμασμό, θα βρει παράπονο, θα βρει πολιτική πίστη, προσωπικό πένθος. Και μέσα από όλα αυτά κάτι ακόμα: τη ζωντανή μαρτυρία μιας εποχής όπου το τραγούδι δεν ήταν προϊόν, δεν ήταν επάγγελμα δημοσίων σχέσεων, δεν ήταν ωραίο φόντο για εκδηλώσεις μνήμης.

Ήταν όπλο – όπλο! Όπλο σε χέρι άοπλου. Ο Τζαβέλλας υπήρξε από τους ανθρώπους (δεν ήταν ο μόνος, αλλά ήταν ανάμεσα σε λίγους) που δεν τραγουδούσαν «για» τον αγώνα. Τραγουδούσαν επειδή είχαν περάσει μέσα από αυτόν.

Γεννημένος το 1925 στην Κοζάνη, οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ, εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και αργότερα στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Τραυματίστηκε βαριά, έχασε το δεξί του πόδι, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο. Αυτή η βιογραφία, από μόνη της, αρκεί για να τον κατατάξει σε μια γενιά που δεν έμαθε την Ιστορία από τα βιβλία, αλλά την κουβάλησε στο σώμα της. Ακριβώς γι’ αυτό, ο Τζαβέλλας δεν μετατράπηκε σε επιζώντα που περιφέρει το τραύμα του, αλλά το έκανε τραγούδι, ποίηση, πολιτική πράξη, φωνή.

Η Νατάσα Παπαδοπούλου-Τζαβέλλα δεν επιχειρεί να τον αποσπάσει από την εποχή του. Αντιθέτως, τον επαναφέρει εκεί όπου ανήκει: στην Αντίσταση, στον Εμφύλιο, στις φυλακές, στη χούντα, στη Μεταπολίτευση, στις μπουάτ της Πλάκας, στο «Αντάρτικο Λημέρι», στη «Λήδρα», στους ανθρώπους που συνέχισαν τον αγώνα πέρα απ’ τα βουνά, τραγουδώντας σαν να ήταν ακόμα εκεί – να τους ακούσουν όλοι. Το υπέροχο είναι πως η αφηγηματική ιδιαιτερότητα του βιβλίου βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας απευθύνεται στον ίδιο τον Πάνο. Γιατί του μιλά, κανονικά. Τον ενημερώνει για όσους έφυγαν μετά από αυτόν, του θυμίζει κοινές στιγμές, του λέει όσα έζησαν, όσα πόνεσαν, όσα δεν ειπώθηκαν.

Η Νατάσα, εξαιρετική τραγουδίστρια και η ίδια, όπως δεν προσποιείται όταν ερμηνεύει τραγούδια, έτσι δεν προσποιείται και εδώ: όχι, δεν μας λέει πως η μνήμη είναι αντικειμενική.

Η μνήμη αγαπά, θυμώνει, συγχωρεί, επιμένει. Το δέχεται, το αναδεικνύει, το λέει. Δεν το κρύβει – ποιος συγγραφέας, μιλώντας μάλιστα για έναν τόσο δικό του και δικό μας άνθρωπο, τολμάει κάτι τέτοιο; Να κρατά ζωντανό έναν άνθρωπο χωρίς να τον βαλσαμώνει;

Από την άλλη, ακόμα και ο κίνδυνος η τρυφερότητα να γλιστρήσει στην αγιογραφία ανατρέπεται από το ίδιο το υλικό της ζωής του Τζαβέλλα. Η ίδια η ζωή του δεν επιτρέπει εύκολες κορνίζες. Ήταν πολύ σκληρή για να γίνει νοσταλγικό λεύκωμα και πολύ πολιτική για να γίνει απλώς οικογενειακή ανάμνηση.

Το βιβλίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, σε μια εποχή όπου το πολιτικό τραγούδι αντιμετωπίζεται είτε σαν παλιό είδος είτε σαν επετειακή υποχρέωση.

Ο Τζαβέλλας θυμίζει ότι υπήρξε κάποτε τραγούδι που δεν ζητούσε να αρέσει σε όλους. Δεν ήταν ουδέτερο. Δεν έβαζε ίσες αποστάσεις ανάμεσα στον βασανιστή και τον βασανισμένο. Δεν μιλούσε για «διχασμό» όταν εννοούσε διωγμό. Δεν έκανε την Ιστορία ατμόσφαιρα. Την έκανε φωνή. Αυτό κάνει και η Νατάσα Παπαδοπούλου-Τζαβέλλα: γράφει για να μη σωπάσει όχι μόνο εκείνος αλλά μια ολόκληρη γενιά. Μια γενιά δίχως χρονικό περιορισμό: η δική του, η δική της, η δική μας, η επόμενη. Τόσο απλά, τόσο βαθιά, τόσο σημαντικά.