Σε μια συγκυρία που μοιάζει όλο και περισσότερο προπολεμική (με την έννοια της σταδιακής διολίσθησης προς έναν ενδεχόμενο Τρίτο Παγκόσμιο), μια επίσκεψη στην Ουάσινγκτον, την πρωτεύουσα της χώρας που έχει σήμερα την πρωτοβουλία γι’ αυτή την κλιμάκωση, αποδεικνύεται πολλαπλά διδακτική για τη νομιμοποίηση του πολέμου ως καταλύτη της εθνικής συγκρότησης και συνοχής. Ο επιμελητής της στήλης είχε την τύχη να πραγματοποιήσει αυτό το ταξίδι τρεις φορές μέσα στην τελευταία διετία, στο πλαίσιο των ερευνητικών του καθηκόντων ως ιστορικός, και θεώρησε χρήσιμο να μοιραστεί με τους αναγνώστες του στην «Εφ.Συν.» κάποιες βασικές εντυπώσεις του. Εντυπώσεις σποραδικές μεν, αρκετά εύγλωττες ωστόσο για τη διαπλοκή μεταξύ των καθημερινών ή συμβολικών πρακτικών που ο κοινωνιοψυχολόγος Μάικλ Μπίλιγκ περιέγραψε ως «κοινότοπο εθνικισμό» και της ανάδειξης του μιλιταρισμού (και του πολέμου) ως ύψιστης αποστολής της νοερής εθνικής κοινότητας μιας «αυτοκρατορικής» υπερδύναμης.
Πλήθη υπαρκτά και ντίτζιταλ
Το πρώτο απ’ αυτά τα συμπεράσματα έχει να κάνει με την κατασκευή, μέσα από τη σύζευξη διαδικτύου και τεχνητής νοημοσύνης, μιας αρκετά πλασματικής εθνικιστικής κινητοποίησης. Η Δευτέρα 25 Μαΐου, «ημέρα μνήμης» για τους πεσόντες των αμερικανικών πολέμων, γιορτάστηκε λ.χ. με παρελάσεις σχολείων, βετεράνων, οικογενειών πεσόντων, αλλά και κάθε είδους εθνικοφρόνων εθελοντών σε όλες τις ΗΠΑ. Η ίδια η «ημέρα μνήμης» πρωτοεμφανίστηκε το 1868 με κατεξοχήν εμφυλιοπολεμική διάσταση (ως απότιση φόρου τιμής στους πεσόντες ειδικά των Βορείων στον πρόσφατο τότε αμερικανικό εμφύλιο, για να υιοθετηθεί σχεδόν αμέσως και από τους Νότιους), θεσμοθετήθηκε ως εθνική εορτή και αργία το 1966 από τον πρόεδρο Λίντον Τζόνσον (κατά την κλιμάκωση της αμερικανικής επέμβασης στο Βιετνάμ) και εμπλουτίστηκε με κεντρική παρέλαση στην Ουάσινγκτον το 2005 (κατά την κλιμάκωση της αντίστασης στην αμερικανική κατοχή του Ιράκ). Τη φετινή -τουλάχιστον- διοργάνωση την είχε αναλάβει η εταιρεία Μπόινγκ, από τα βαριά ονόματα της αμερικανικής πολεμικής βιομηχανίας, τα δολοφονικά εργαλεία της οποίας διέπρεψαν κατά του άμαχου πληθυσμού στην πρόσφατη ανθρωποσφαγή της Γάζας.
Οι ομόφρονες ιστότοποι προεξοφλούσαν για τη φετινή κεντρική παρέλαση της Ουάσινγκτον, μπροστά σε εκπροσώπους της στρατιωτικής ηγεσίας των ΗΠΑ, συμμετοχή 300.000 θεατών σε μια πόλη 700.000 κατοίκων (και 5 εκατομμυρίων με τα περίχωρα). Τον ίδιο ακριβώς αριθμό έσπευσε να προβάλει το ίδιο βράδυ, σαν πιστοποιημένο πλέον γεγονός, η «Επισκόπηση τεχνητής νοημοσύνης» (AI Overview) της Google, ο «ενημερωτικός» δηλαδή μηχανισμός που τείνει να υποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό τη Wikipedia ως βασική πηγή πληροφόρησης του όχι ιδιαίτερα υποψιασμένου διαδικτυακού κοινού. Για «περισσότερους από 300.000» κάνει λόγο και η επίσημη Υπηρεσία Διανομής Οπτικής Πληροφόρησης των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων (DVIDS), στις λεζάντες του φωτογραφικού υλικού που διένειμε στο διαδίκτυο.

Στην πραγματικότητα, όπως ο γράφων διαπίστωσε ιδίοις όμμασι (και αποτυπώνεται τόσο στις φωτογραφίες που δημοσιεύουμε εδώ όσο και στα πολύωρα βίντεο της όλης τελετής που έχουν αναρτηθεί στο You Tube), το συγκεντρωμένο πλήθος δεν ξεπερνούσε και πολύ τις 10.000, αραιότατα απλωμένο σε μια διαδρομή 1.500 μέτρων από την έδρα των Κρατικών Αρχείων ίσαμε τον Λευκό Οίκο. Λιγότεροι από τους μισούς θεατές ήταν οι συνήθεις γονείς με παιδάκια, πολύ δε περισσότεροι οι ψωνισμένοι πατριώτες με αμφίεση και συμπεριφορά που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τους μακεδονομάχους των δικών μας εθνικιστικών συλλαλητηρίων. Όσο για τους παρελαύνοντες, που καταμετρήθηκαν απ’ όλες τις πηγές σε περίπου 3.000, περιλάμβαναν από αντιπροσωπείες σχολείων της επαρχίας (με ή δίχως μαζορέτες) και έγχρωμους υπαλλήλους ή πελάτες ιδιωτικών εταιρειών στις οποίες έχει ανατεθεί από το κράτος η περίθαλψη των βετεράνων, μέχρι τη «Μις Αμερική» (που ξεσήκωσε τα περισσότερα χειροκροτήματα), μέλη της «Εθνικής Εταιρείας Υιοί της Αμερικανικής Επαναστάσεως» («της μεγαλύτερης οργάνωσης αρσενικών απογόνων» του 1776, κατά την ιστοσελίδα της) ντυμένα με το εγχώριο ισοδύναμο των δικών μας τσολιάδων και υπερήλικες ιδιοκτήτες πολυτελών συλλεκτικών αυτοκινήτων, η συμμετοχή των οποίων ισοδυναμούσε εμφανώς με μιαν ακόμη επίδειξη των οχημάτων τους. Αν αυτό έχει κάποια σημασία, υποσημειώνεται τέλος πως το συγκεντρωμένο πλήθος ήταν σχετικά μαζικό μπροστά στην εξέδρα της στρατιωτικής ηγεσίας, σχεδόν ανύπαρκτο όμως όσο πλησίαζε κανείς τον Λευκό Οίκο.
Η σημασία της όλης τελετής μπορεί ως εκ τούτου να θεωρηθεί μηδενική ως πραγματικό γεγονός αλλά καθόλου αμελητέα ως επικοινωνιακό: μέσω της διαδικτυακής παραπληροφόρησης, κάθε πατριώτης από το Αϊντάχο ή το Κεντάκι έμαθε πως ο λαός επιβεβαίωσε ακόμη μια φορά τη στήριξή του στις πολεμικές εξορμήσεις της ηγεσίας του έθνους.
Για μια αναπηρική σύνταξη
Την οργάνωση της ετήσιας παρέλασης εγκαινίασε το 2005 και πατρονάρει μέχρι σήμερα η «μη κερδοσκοπική» οργάνωση Κέντρο Αμερικανών Βετεράνων. Πρόκειται για μηχανισμό με κομβική συμβολή στη διαμόρφωση των συλλογικών στάσεων της εκεί κοινωνίας απέναντι στο ζήτημα του πολέμου. Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, όπου ο πόλεμος αποτελεί μέχρι στιγμής μακρινό παρελθόν από το οποίο προσωπικές μνήμες διατηρούν μονάχα κάποιοι υπερήλικες, στις ΗΠΑ η σχέση των πολιτών μαζί του είναι σχιζοφρενικά διττή. Από τη μια, οι βετεράνοι κάποιου πολέμου της «μεταπολεμικής» περιόδου (από το Βιετνάμ μέχρι το Ιράκ) συνιστούν υπολογίσιμο τμήμα του πληθυσμού: κάτι παραπάνω από 5 εκατομμύρια, σε σύνολο 16,2 εκατομμυρίων Αμερικανών που υπηρέτησαν κατά καιρούς στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας τους. Από την άλλη, ο υπόλοιπος πληθυσμός δεν έχει έρθει σε επαφή με την παραμικρή (έστω και μέσω αφηγήσεων γονέων ή παππούδων) ανάμνηση του τι σημαίνει πόλεμος στην ίδια σου την πατρίδα· ο εμφύλιος του 1861-1865, η τελευταία σύρραξη επί αμερικανικού εδάφους, φαντάζει εξίσου απόμακρος όσο σ’ εμάς το 1821. Απόρροια αυτής της αντίθεσης είναι μια εξιδανικευτική πρόσληψη του πολέμου, αφ’ ενός μεν ως συλλογικής ενοχής και υποχρέωσης απέναντι σ’ εκείνους που τον διεξήγαγαν, αφ’ ετέρου δε ως βασικού μηχανισμού διασφάλισης της εθνικής συνοχής στο εσωτερικό. Μολονότι ούτε το ένα ούτε το άλλο συνιστούν αμερικανική αποκλειστικότητα (το δεύτερο μάλιστα αποτελεί κομβική λειτουργία του εθνικισμού όπου γης), η ιδιαιτερότητα μιας χώρας που πολεμά σχεδόν διαρκώς τις τελευταίες δεκαετίες, μακριά πολύ όμως από τα σύνορά της, τους προσδίδει μια ένταση και καθαρότητα αδιανόητες στις περιπτώσεις άλλων χωρών.
Για τα κοινωνικά συμφραζόμενα της ένταξης στον μηχανισμό που διεξάγει αυτούς τους πολέμους αποκαλυπτικές είναι από την άλλη οι φωτεινές διαφημιστικές πινακίδες που είχαν κατακλύσει τον Νοέμβριο του 2024 το κέντρο της Ουάσινγκτον, κατά την ύστερη φάση της προεδρίας Μπάιντεν, με την ευκαιρία της «εθνικής ημέρας βετεράνων». Οι πολίτες καλούνταν εκεί να καταταγούν στις ένοπλες δυνάμεις με κίνητρο όχι κάποιον αφηρημένο πατριωτισμό αλλά δυο εξαιρετικά εύγλωττες παροχές: «δωρεάν υγειονομική περίθαλψη» και «αναπηρική σύνταξη κάθε μήνα». Υπόσχεση μακάβρια, που φωτογραφίζει ωστόσο τόσο το target group της πρόσκλησης όσο και τη δομική απουσία κοινωνικού κράτους που την καθιστά δυνάμει ελκυστική.
«Η ελευθερία δεν είναι τζάμπα»

Μπορεί ο Άδωνις να απέσπασε μερικά ακόμη λεπτά δημοσιότητας με την πρόσφατη διακήρυξή του πως «η ελευθερία δεν είναι τζάμπα» (20/5), η πηγή της έμπνευσής του αποδεικνύεται ωστόσο καθαρά υπερατλαντική· στο αγγλικό πρωτότυπο είναι άλλωστε που το σχετικό λογοπαίγνιο αποκτά την πλήρη αξία του («Freedom is not Free»). Το επίμαχο σύνθημα είναι γραμμένο με επάργυρα γράμματα στο γρανιτένιο μνημείο του πολέμου της Κορέας που θεμελίωσε ο πατέρας Μπους το 1992 κι εγκαινίασε το 1995 ο Μπιλ Κλίντον στο κεντρικό πάρκο της Ουάσινγκτον.
Για το ποιος πληρώνεται το μάρμαρο της ελευθερίας που «δεν είναι τζάμπα», μια ιδέα παίρνουμε από τις διαφημιστικές πινακίδες της εταιρείας Onebrief που νέμονται κατ’ αποκλειστικότητα τους σταθμούς του μετρό δίπλα στο Πεντάγωνο και το Κογκρέσο. Νεότευκτη (2019) ιδιωτική επιχείρηση που παρέχει καθοδήγηση τεχνητής νοημοσύνης στο Πεντάγωνο, η Onebrief διακηρύσσει σε όλους τους τόνους ότι μπορεί μεν «τα όπλα [να] κερδίζουν μάχες», αλλά «αυτό» (η τεχνητή νοημοσύνη της) «κερδίζει πολέμους». Η αξία της διαβεβαίωσης παραμένει βέβαια άκρως αμφίβολη, την επαύριο ιδίως της παταγώδους αποτυχίας της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης κατά του Ιράν.
Ο πόλεμος ως συγκολλητική ουσία
Σ’ ένα πολύ διαφορετικό επίπεδο, την αξία του πολέμου ως της συγκολλητικής ουσίας που διασφάλισε διαχρονικά τη διαμόρφωση και συνοχή του αμερικανικού έθνους αναλαμβάνει να επιβεβαιώσει και η πιο έγκυρη εκδοχή δημόσιας ιστορίας των ΗΠΑ. Ο λόγος για το Εθνικό Μουσείο Αμερικανικής Ιστορίας του Ιδρύματος Σμιθσόνιαν, τρεις τουλάχιστον αίθουσες του οποίου αναδεικνύουν τον πόλεμο ως τον καθοριστικό, σε τελική ανάλυση, μηχανισμό εθνικής συγκρότησης. Κραυγαλέα και φιλοπόλεμα στη μόνιμη έκθεση «Η τιμή της ειρήνης» (The Price of Freedom), διακριτικά πλην εξίσου ρητά στις (άκρως ενδιαφέρουσες, κατά τα άλλα) εκθέσεις «Πολλές φωνές, ένα έθνος» και «Μέσα σ’ αυτούς τους τοίχους».
Στην πρώτη απ’ αυτές, η διαδικασία ώσμωσης των επιμέρους εθνοτικών συνιστωσών του αμερικανικού έθνους («κάποιες από τις οποίες ήταν ήδη εδώ» [Ινδιάνοι], «κάποιες ήρθαν εθελοντικά» [έποικοι], «κάποιες ήρθαν με τη βία» [μαύροι σκλάβοι] και «κάποιες παρέμειναν επιτόπου όταν οι ΗΠΑ επεκτάθηκαν στη γη τους» [Τσικάνος]) επισφραγίζεται με την ενεργό συμμετοχή τους στην πολεμική προσπάθεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Στη δεύτερη, η παρουσίαση ενδεικτικών διαδοχικών κατοίκων ενός σπιτιού της Μασαχουσέτης επί τρεις αιώνες (ευκατάστατοι δουλοκτήτες έποικοι, ακτιβιστές κατά της δουλείας, μετανάστες εργάτες, μικροαστοί) ολοκληρώνεται με τη συμβολή στην ίδια προσπάθεια μιας ενοικιάστριας νοικοκυράς που συγκεντρώνει σπιτικά λίπη για την παραγωγή πυρομαχικών στο εργοστάσιο όπου δουλεύει η κόρη της, ενώ οι γιοι της υπηρετούν στον στρατό. Ιστορικά ακριβέστατες, οι συγκεκριμένες επιλογές δεν αφήνουν ωστόσο και πολλά περιθώρια αμφιβολίας για το τελικό ηθικό δίδαγμα.
