Σε μια περίοδο κατά την οποία πληθαίνουν τα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου που κάνουν λόγο για πιθανή επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, μια άλλη εξέλιξη με ιδιαίτερο συμβολισμό για την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Τουρκίας έρχεται να αναδείξει τη σημασία των θεσμικών εγγυήσεων για τα μειονοτικά και θρησκευτικά δικαιώματα. Πρόκειται για την απόφαση που δημοσίευσε στις 26 Μαΐου 2026 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην υπόθεση «Μαυράκης και άλλοι κατά Τουρκίας», μια απόφαση που ήδη χαρακτηρίζεται ιστορική τόσο για τη νομική της βαρύτητα όσο και για τις ευρύτερες προεκτάσεις της για το μέλλον της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης.
Το Δικαστήριο συνεκδίκασε τρεις προσφυγές ιερέων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι οποίοι είχαν εκλεγεί σε διοικητικά συμβούλια ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων της Τουρκίας, αλλά η εκλογή τους ακυρώθηκε από τις τουρκικές αρχές αποκλειστικά λόγω της ιδιότητάς τους ως κληρικών. Με την απόφασή του το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η πρακτική αυτή συνιστά παραβίαση τόσο της ελευθερίας της θρησκείας και της συνείδησης, που προστατεύεται από το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όσο και του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι που κατοχυρώνεται από το άρθρο 11.
Η σημασία της απόφασης υπερβαίνει κατά πολύ την ατομική δικαίωση των προσφευγόντων. Για περισσότερο από έναν αιώνα η Γενική Διεύθυνση Βακουφίων της Τουρκίας υποστήριζε ότι η Συνθήκη της Λωζάννης και τα συναφή κείμενα απαγόρευαν στους κληρικούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου να αναλαμβάνουν διοικητικά καθήκοντα στα ομογενειακά βακούφια. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατέρριψε ευθέως αυτή την αντίληψη, επισημαίνοντας ότι η επίμαχη απαγόρευση δεν στηριζόταν σε καμία νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ούτε είχε ποτέ υιοθετηθεί από κάποιο τουρκικό δικαστήριο.
Οπως εξηγεί στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ο δικηγόρος του Στρασβούργου, Στέφανος Σταύρος, που χειρίστηκε την υπόθεση μαζί με τον νομικό σύμβουλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Πάρι Ασανάκη, «τέτοια διάταξη δεν υπάρχει. Και αυτό αποτέλεσε τον βασικό λόγο που έκανε το ΕΔΔΑ να εκδώσει καταδικαστική απόφαση». Σύμφωνα με τον ίδιο, η τουρκική πλευρά επικαλέστηκε τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και τη Συνθήκη της Λωζάννης, ωστόσο τα επιχειρήματα αυτά αποδείχτηκαν αδύναμα. «Η Συνθήκη της Λωζάννης δεν πραγματεύεται το ζήτημα. Τα δε ιδρύματα στη διοίκηση των οποίων εξελέγησαν οι προσφεύγοντες είναι εκκλησίες ή σχολεία. Το να απαγορεύεις σε ιερέα να συμμετέχει στο ενοριακό συμβούλιο είναι, με όλο τον σεβασμό προς την αντίπαλη πλευρά, παράδοξο» σημειώνει χαρακτηριστικά.
Βάσιμο το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι το ΕΔΔΑ αναγνώρισε τον καθοριστικό ρόλο του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι για τη διατήρηση της ταυτότητας μιας μικρής και διαρκώς συρρικνούμενης κοινότητας. Το Δικαστήριο έκανε δεκτό το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι η δυνατότητα συμμετοχής όλων των μελών της ελληνορθόδοξης κοινότητας στη διοίκηση των ευαγών και εκκλησιαστικών ιδρυμάτων αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή της.
Η απόφαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς είναι η πρώτη φορά που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαπιστώνει παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας από την Τουρκία σε βάρος μελών της ελληνορθόδοξης κοινότητας. Μέχρι σήμερα το Στρασβούργο είχε κυρίως ασχοληθεί με υποθέσεις που αφορούσαν περιουσιακά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εκκλησιών, σχολείων και άλλων ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων.
«Ενθαρρυντικό είναι ότι για πρώτη φορά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ασχολείται και με άλλα δικαιώματα, όπως η θρησκευτική ελευθερία και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι» τονίζει ο Στέφανος Σταύρος. Οπως επισημαίνει, «πολλά μπορούν να επιτευχθούν μέσω της διεκδίκησης μειονοτικών δικαιωμάτων σε ένα πολυμερές πλαίσιο όπως αυτό του Συμβουλίου της Ευρώπης, που διαθέτει δοκιμασμένους δικαστικούς μηχανισμούς και συγκεκριμένες διαδικασίες επίβλεψης της συμμόρφωσης».
Δεκτές έγιναν τρεις προσφυγές ιερέων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι οποίοι είχαν εκλεγεί σε διοικητικά συμβούλια ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων
Ενδεικτικό της σημασίας της υπόθεσης είναι και το γεγονός ότι το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της Τουρκίας πως δύο από τους προσφεύγοντες είχαν ήδη δικαιωθεί από το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η τουρκική Δικαιοσύνη είχε διαπιστώσει μόνο την υπερβολική καθυστέρηση στην εκδίκαση των υποθέσεων, αποφεύγοντας να αποφανθεί επί της ουσίας του κρίσιμου ζητήματος: αν οι ιερείς έχουν δικαίωμα να εκλέγονται στη διοίκηση των ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων.
Απόφαση – σταθμός για τα δικαιώματα
Η υπόθεση συνδέεται και με μια εμβληματική προσωπικότητα της ρωμαίικης κοινότητας. Ο πατέρας Γεννάδιος (κατά κόσμον Νικόλαος Μαυράκης), ένας από τους βασικούς προσφεύγοντες, υπήρξε επί σειρά ετών διευθυντής της Μεγάλης του Γένους Σχολής και χειροτονήθηκε ιερέας μετά τη συνταξιοδότησή του. Απεβίωσε πριν από την έκδοση της απόφασης, όμως το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι κληρονόμοι του διατηρούσαν έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της διαδικασίας. Οπως υπενθυμίζει ο Στέφανος Σταύρος, το γεγονός ότι ο Μαυράκης είχε υπηρετήσει τη Μεγάλη του Γένους Σχολή πριν γίνει κληρικός «παραπέμπει ίσως και στην άμεση σχέση που έχει η υπόθεση με τα γενικότερα θέματα της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη».
Το επόμενο διάστημα θα κριθεί από το κατά πόσο η Τουρκία θα συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση. Αν αυτή καταστεί οριστική, η Αγκυρα θα υποχρεωθεί όχι μόνο να καταβάλει τις προβλεπόμενες αποζημιώσεις αλλά και να λάβει μέτρα ώστε να μην επαναληφθούν παρόμοιες παραβιάσεις. Κατά την εκτίμηση του Στέφανου Σταύρου, «η ιδιότητα του ιερέα δεν μπορεί να αποτελεί κώλυμα για την εκλογή του σε διοικούσα επιτροπή βακουφίου». Και προσθέτει ότι θεωρεί πιθανή τη συμμόρφωση των τουρκικών αρχών, καθώς «έχουν ήδη αρκετά ανοιχτά μέτωπα στο Στρασβούργο και ίσως να μη θέλουν να προσθέσουν κι άλλο».
Σε κάθε περίπτωση η υπόθεση «Μαυράκης και άλλοι κατά Τουρκίας» συνιστά έναν σημαντικό σταθμό στην πορεία διεκδίκησης των δικαιωμάτων της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Κωνσταντινούπολης. Σε μια συγκυρία όπου η συζήτηση για τη Χάλκη επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των θρησκευτικών ελευθεριών στην Τουρκία, η απόφαση του ΕΔΔΑ υπενθυμίζει ότι η προστασία των μειονοτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται μόνο από πολιτικές πρωτοβουλίες καλής θέλησης, αλλά και από τη λειτουργία ισχυρών ευρωπαϊκών θεσμών που μπορούν να εγγυηθούν την εφαρμογή του κράτους δικαίου.
