ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Γ. Ξυδάκης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μες στη θηριωδία και τη χυδαία απάθεια, μια παρηγοριά: η τέχνη. Η μουσική, το τραγούδι, το λυρικό θέατρο, οι φωνές, τα λόγια, λόγια του Αριστοφάνη, του Δάντη, του Σέξπιρ και του Θερβάντες, από τον Χρυσό 5ο Αιώνα, που ωστόσο δεν του έλειπαν οι πόλεμοι και ο παραλογισμός, από την αυγή της Αναγέννησης, της επιστήμης και του ορθολογισμού, έως τον 20ό και τον 21ο, αιώνες πολλοί, γεμάτοι οράματα, διαψεύσεις, ολοκαυτώματα.

Την περασμένη βδομάδα είχα την τύχη να παρακολουθήσω δύο παραστάσεις, που σπάθισαν τη γενική δυσφορία, προσφέροντας όχι μόνο την ευφροσύνη της τέχνης τους, αλλά και τον στοχασμό πάνω σε όσα φρικτά λαμβάνονται ως κανονικότητες. Αίφνης, η τέχνη που ευφραίνει, η τέχνη που συγκινεί, είναι πολιτική: Την άκουσα, την είδα, την ένιωσα σε δύο παραστάσεις λυρικού θεάτρου, με διαφορετικές αφετηρίες και πραγματώσεις, αλλά με κοινή την επίνοια. Η «Λυσιστράτη», του Σταμάτη Κραουνάκη (Ηρώδειο), και το «Μπαρόκ», του Γιώργου Πατεράκη (Ωδείο Αθηνών).

Παστέλ «Λυσιστράτη»

Ο Κραουνάκης ξαναπιάνει τη δική του «Λυσιστράτη» του 1986, με δικό του λιμπρέτο και βέβαια μουσική. Περιγράφει το έργο ως «ξεκαρδιστική όπερα», αλλά το έργο είναι πολύ περισσότερα. Τούτη η «Λυσιστράτη» δεν προκαλεί το εύκολο γέλιο, δεν βαδίζει στα στερεότυπα του θερινού αριστοφανισμού· μιλά περισσότερο για τη δημοκρατία των σωμάτων και των αισθημάτων, για την ισότητα, για τον πόλεμο, νοιάζεται διαρκώς να δει τον καιρό μας, καιρό πολέμων και αφανισμών, να αναδείξει το κοινό και το κύριο. Ακόμη κι όταν στα κωμικά ιντερμέδια ευφυώς αναμιγνύονται παλαιά καλιαρντά με σύγχρονα αργκοτικά, η λαϊκή μιλιά με σουρεαλιστικά συγκοπτόμενα, δεν νιώθεις ότι εκβιάζεται το γέλιο, νιώθεις τη διαρκή ανησυχία για το τι συμβαίνει, ακούς τη διάγνωση των καιρών, την πολιτική έγνοια. Χειμαρρώδες αλλά και λεπτοδουλεμένο λιμπρέτο, με χυμούς και γωνίες, που δεν στηρίζεται σε φωτοβολίδες ατάκες, αλλά στην εκφώνησή του από τον Χορό, από τη συλλογική φωνή.

Με φόρμα μεταξύ όπερας και μιούζικαλ, με χρωματική παλέτα αυτοπεριγραφόμενη «καρναβαλί», ένα μεσογειακό West Side Story παστέλ και φωτεινό, με μια Ουζουνίδου-Λυσιστράτη ρωμαλέα κολόνα, με ήχο χατζιδακικό και ροκ μαζί, με αγέραστα τραγούδια, ο Κραουνάκης στην ωριμότητά του δείχνει ότι δεν είναι μόνο μάστορας της μουσικής και της σκηνής, αλλά και μάστορας του λόγου. Ακόμη και στον πηγαίο λυρισμό του, ο προβολέας του φωτίζει πάντα την κοινωνία.

Η χρυσόσκονη του «Μπαρόκ»

Ο Γιώργος Πατεράκης κατάγεται από τον κόσμο της κλασικής μουσικής. Σολίστ του πιάνου, συνθέτης, ιδρυτής του μοναδικού μουσικού φωνητικού συνόλου String Theory, ανήσυχος και απρόοπτος μουσικοδίφης, δημόσιος καλλιτέχνης και οργανικός διανοούμενος. «Μπαρόκ» ονόμασε τη μουσική του παράσταση, με τον εξηγητικό υπότιτλο: «Η χρυσόσκονη μιας κρίσης και η ηχώ μιας υπόσχεσης». Το θέμα του είναι η ανθρώπινη συνθήκη μεταξύ ουρανού και κόλασης: η επιστήμη, ο ορθός λόγος, η γνώση, το πάθος, ο πόλεμος, η αποικιοκρατία, η δουλεία, η καπιταλιστική βαρβαρότητα, οι καιροί των οραμάτων, οι καιροί των τεράτων.

To πεδίο είναι το μπαρόκ: το πάθος, η ορμή, η ανορθόδοξη φόρμα, η υπερδιαστολή της τεχνικής, το άλμα στο διάστημα, η θύρα στον ρομαντισμό. Ο εκλεκτικισμός του Πατεράκη κόβει την ανάσα, ακόμη κι αν δεν υπήρχε η διαρκής πλαισίωση του βίντεο: το συγκλονιστικό When I am laid in Earth του Henry Purcell («να με θυμάσαι, μα να ξεχνάς τη μοίρα μου…»), ερμηνευμένο έξοχα από τη μέτζο Θεοδώρα Μπάκα, χτίζει τον πυρήνα της παράστασης μαζί με τους στίχους από την «Κόλαση» του Δάντη που πέφτουν σαν πυρόλιθοι, μαζί με τα μελοποιημένα σονέτα του Σέξπιρ, μαζί με τον Θερβάντες, με τον Χέντελ και τον Ραμό, τον Μότσαρτ και τον Μπαχ.

Μπαρόκ και η ορχήστρα: με τσέμπαλο, βιολί και τσέλο, φλάουτα, κρουστά, όλα μπαρόκ. Μα το όργανο είναι η φωνή: Έξι σολίστ, πενήντα χορωδοί. Ήταν στιγμές που το θέατρο του Ωδείου αιωρούνταν στα νέφη των φωνών. Όπως στο υπερουράνιο σούφικο τραγούδι που έκλεισε την παράσταση. Το «Μπαρόκ» περιείχε όχι όλη, αλλά πολλή από τη μακρά διαδρομή του String Theory και του Πατεράκη, μια θαυμαστή δεκαπενταετή διαδρομή, κατορθωμένη, διαρκής άθλος μες στα αγκάθια του χεσμένου τόπου Ελλάς. Τα φωτισμένα πρόσωπα των θεατών στο φινάλε ήταν μια ελπίδα.