ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Γ. Ξυδάκης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ομως εγώ, με την καρδιά μου να γνωρίζει / πως μόνο μες στην ιστορία ζει / πώς θα μπορέσω εγώ ξανά να εργαστώ με αγνό πάθος / ξέροντας πως η ιστορία μας έχει τελειώσει;» (Π.-Π. Παζολίνι, «Οι στάχτες του Γκράμσι»)

Χάλκινοι ήχοι

Από ‘να παράθυρο ημιισόγειο ακούω την εισαγωγή τής 20th Century Fox, χάλκινα πνευστά σε είσοδο θριάμβου, ο λόφος γύρω μεθυσμένος από άνοιξη σκορπίζει μύρα του πεύκου και υπερώριμα νεράντζια.

[Παλιά ο ήχος των ακάλυπτων ήταν δελτία ειδήσεων και ηρωικές μεταδόσεις ματς. Μείναν μόνο τα ματς, στεγνά πια, με τεχνικές αγγλικούρες.]

Στήνω αυτί ν’ αφουγκραστώ την πόλη, τον καιρό. Δυσκολεύομαι. Παντού, βουβό σιχτίρισμα, βουβή αναμονή. Η αθυμία σαν του 2007 περίπου, όταν είχαν ξεφουσκώσει οι ίμεροι των Ολυμπιακών και των χρηματιστηρίων και βαρύς ο μεσαίος λαός έσερνε τα βήματά του προς το θυσιαστήριο της permacrisis. Κανείς δεν άκουγε τα πλησιάζοντα, τους κύκλους της Ιστορίας, την προσώρας ανάταση και κατόπιν τη διαρκή βύθιση στο έλος, στα διαρκή ρίγη της μαλάριας. Αλλαξαν οι ήχοι, μόνο ο κότσυφας επιμένει πάντα στο ορθρινό του κάλεσμα, κάλεσμα έρωτα, υπόμνηση ζωής. Με συντροφεύει η φωνή του Θωμά Τσαλαπάτη, ένα τραγούδι στον πατέρα του Κώστα, του κύκλου της Βικτώριας («Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι»): «Πρόχειρη πολιτεία / με τα σπίτια / με τα σπίτια στοιβαγμένα στην τύχη / λακκούβες και δεν στεγνώνουν / κάθε φορά που βρέχει / στο γκρεμίδι απέναντι απ’ το σπίτι μας / ξυπνούν συνθήματα του ΕΑΜ φιμωμένα / κάτω απ’ τους σοβάδες».

Εν όψει

Εν αναμονή. Εν όψει. Πάντα εν όψει. Σαν το 2012. Μόνο που τώρα δεν κεντρίζει το ξάφνιασμα ενώπιον της πτώχευσης, τώρα το πρώην μεσαίο πλήθος λυγισμένο κουβαλά τη σωρευμένη κόπωση, την πληβειακότητα, την ταγκίλα της ήττας. Το 2026 η οδός είναι η έσω αναδίπλωση, η συστροφή έως ενδόρρηξης. Ακύρωση του πολιτικού; Ας το πούμε καλύτερα κάτσιασμα. Και μια σιωπή συμπαγής, απειλητική, ραγίζει μόνο από μουρμουρητά, βαρυγκόμιες, βλαστήμιες.

Θυμάσαι

[Θυμάσαι τότε που σε πήρε ο άνεμος απ’ το φτερούγισμα του Αngelus Novus, το νόμισες ελπιδοφόρο; Ηθελες να το νομίζεις, κι ας ήξερες ότι οι φτερούγες του λυγίζουν ανάστροφα, μπρος στον σωρό των ερειπίων.

Θυμάσαι που σας πήρε το πλήθος, ο αχός και το πάθος και σας σήκωσε πάνω απ’ την άσφαλτο, σας απίθωσε στις πλάκες της πλατείας; Γύρισες κι είπες: Είμαστε σαν το φινάλε του Wild Bunch.

Τι γίνεται στο φινάλε; Τραβάνε όλοι μπροστά και πέφτουν ένας ένας. Ηξερες τι θ’ ακολουθήσει; Ηξερες, το ένιωθες σε κάθε πόρο του δέρματος.

Θυμάσαι, αλήθεια, καλές στιγμές ή μοναχά διαψεύσεις, ματαιώσεις; Τα θυμάμαι όλα. Φωτεινά βλέμματα, αναλαμπές, ποταπότητες, ανικανότητες, τείχη δυσκολίας, η χώρα ένα μοναχικό λίμπερτι χωρίς φανούς και γύρω παντού τορπίλες και νάρκες.

Θυμάσαι τα βλέμματα των ανθρώπων;

Το ίδιο θα ξανάκανα.]

Επίχρυσα αγόρια

«Οι γονείς σου δεξιοί εσύ αριστερός / εμείς πάλι το δεχτήκαμε όπως ήταν / αυτά τα μεσημεριανά τραπέζια που όλοι τσακωνόμαστε / εσύ εγώ η μάνα ο Δημήτρης / τέσσερις εκδοχές μιας Αριστεράς (ήταν άραγε ποτέ της μία;) […] // Τα έχασες αυτά. Και όσα ακολούθησαν. / Καλύτερα μάλλον. Σκατά πήγε. / Και μαλώσαμε όλοι οι κάποτε φίλοι μεταξύ μας. / Τι έκανα μετά; / Ξέρω ‘γώ. Αυτοσχεδίασα. / Σαν ένα επίχρυσο αγόρι που ξεφλούδισε».

Πόσα αγόρια βρέθηκαν επίχρυσα στις αρχές του αιώνα κι ύστερα ξεφλούδισαν. Μένει το μέταλλο, στο χρώμα της στάχτης κασσίτερος και μολύβι, αγριωπό, πιο όμορφο. Χωρίς λάμψη, μόνο με τη δύναμη.

Ηχοσκοπώ

Ακούω την πόλη εμμονικά σαν ηχοσκόπος, πασχίζω ν’ αποστάξω κάποιο νόημα, μια ένδειξη, ένα νεύμα. Διαβάζω τοίχους, αφίσες και γκραφίτι, πάντα πιο εύγλωττα από τις εφημερίδες παραδίπλα.

Ο,τι αποστάζω με κόπο το στέλνω νύχτα στους επιβάτες των ονείρων, κεκοιμημένους, φίλους συνομιλητές, στα όνειρα είναι ολοζώντανο το ηχόχρωμά τους, οι μούτες τους, οι λεκτικές τους συνήθειες.

Ηχοσκοπώ.