ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Σαραντάκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρόλο που μένει ένας ολόκληρος χρόνος για την εξάντληση της τετραετίας, έχουμε μπει ατύπως σε προεκλογική περίοδο, ίσως και εξαιτίας της εμφάνισης νέων κομμάτων. Δίνουν και παίρνουν οι δημοσκοπήσεις, οπότε σήμερα θα σχολιάσουμε τις λέξεις του τίτλου.

Δημοσκόπηση και σφυγμομέτρηση χρησιμοποιούνται συχνά σαν συνώνυμα, αλλά υπάρχει τουλάχιστον μία διαφορά. Η πρόχειρη διερεύνηση γνώμης (π.χ. μεταξύ συναδέλφων στο γραφείο) είναι σφυγμομέτρηση αλλά όχι δημοσκόπηση. Η δημοσκόπηση προϋποθέτει επιστημονικές μεθόδους και κανόνες· η δημοσκόπηση είναι σφυγμομέτρηση, το αντίθετο δεν ισχύει.

Η δημοσκόπηση, αν το πάρουμε ετυμολογικά, αναφέρεται στον δήμο, στην κοινή γνώμη – με δεύτερο συνθετικό από το αρχαίο ρήμα «σκοπώ» (εξετάζω, παρατηρώ). Η σφυγμομέτρηση σαν λέξη είναι παλαιότερη, αφού χρησιμοποιείται και στην ιατρική για τη μέτρηση, ακριβώς, των σφυγμών.

Η τρίτη λέξη μας είναι το γκάλοπ, ξένο δάνειο που ακούγεται επίσης πάρα πολύ. Δάνειο από τα αγγλικά, όχι όμως από το gallop που σημαίνει τον καλπασμό των αλόγων, αλλά από το επώνυμο του Αμερικανού δημοσιογράφου George Gallup (1901-1984) που επινόησε μια στατιστική μέθοδο δειγματοληπτικής έρευνας της κοινής γνώμης. Η εταιρεία του έγινε διάσημη όταν προέβλεψε ότι ο Ρούζβελτ θα κέρδιζε τις προεδρικές εκλογές του 1936, χρησιμοποιώντας ένα μικρό, αλλά επιστημονικά σταθμισμένο, δείγμα 5.000 ατόμων.

Στον ελληνικό Τύπο, οι πρώτες αναφορές στα γκάλοπ αφορούν τις έρευνες του Ινστιτούτου Γκάλοπ σε ξένες χώρες. Πριν από τις εκλογές του 1958 ο κονφερανσιέ Γιώργος Οικονομίδης έκανε «προεκλογικόν γκάλοπ» στην επιθεώρηση που παρουσίαζε, ενώ στις εκλογές του 1961 έγινε δημοσκόπηση στις Περιφέρειες Αθηνών και Πειραιώς, που ονομάστηκε «το ελληνικό γκάλοπ» – αλλά τα αποτελέσματά της δημοσιεύτηκαν μετά τις εκλογές.

Φυσικά, και οι τρεις λέξεις αρχίζουν να χρησιμοποιούνται με μεγάλη συχνότητα μετά τη μεταπολίτευση, και ιδίως μετά το 1977, όταν άρχισαν να διοργανώνονται συχνά δημοσκοπήσεις και όχι μόνο την προεκλογική περίοδο.

Τις δημοσκοπήσεις οι Γάλλοι τις λένε sondage, που κατά λέξη σημαίνει βυθομέτρηση και ακόμα καλύτερα «βολιδοσκόπηση», όταν ρίχνεις τη βολίδα δεμένη με σπάγκο για να μετρήσεις τα νερά. Τη βολιδοσκόπηση την έχουμε κι εμείς, αλλά τη χρησιμοποιούμε με τη σημασία μιας κρούσης που γίνεται για να εξακριβωθούν οι διαθέσεις της άλλης πλευράς, π.χ. για μια εμπορική συμφωνία. Οι Αγγλοι λένε poll, που θα πει και ψηφοφορία αλλά και δημοσκόπηση. Η αρχική όμως σημασία της λέξης είναι «κεφάλι» και μάλιστα το τριχωτό της κεφαλής· αρχικά, όποιος μετρούσε ψήφους μετρούσε κεφάλια. Η σημασία αυτή έχει επιβιώσει στο poll tax, τον κεφαλικό φόρο. Στα αγγλικά δεν υπάρχει λέξη gallup.

Υπάρχει και το επίθετο δημοσκοπικός, που ακούγεται αρκετά τελευταία, π.χ. λέμε για τη δημοσκοπική άνοδο του τάδε κόμματος. Ενα εύκολο λογοπαίγνιο είναι να επισημάνουμε ότι η επιθυμία για δημοσκοπική άνοδο οδηγεί σε δημοκοπική συμπεριφορά. Λένε ότι οι δημοσκοπήσεις αποτελούν χειραγώγηση της κοινής γνώμης· άλλοι τις θεωρούν πολύτιμο εργαλείο. Δεν θα απαντήσω σε αυτό· εμείς εδώ, ως γνωστόν, λεξιλογούμε.