Πριν από λίγες ημέρες συμπληρώθηκαν πενήντα εννέα χρόνια από την ισραηλινή κατοχή του 1967, ενώ ο πόλεμος κατά του παλαιστινιακού λαού συνεχίζεται και οι προσπάθειες επιβολής νέων τετελεσμένων επί του παλαιστινιακού εδάφους και στην ευρύτερη περιοχή επιταχύνονται. Υστερα από όλες αυτές τις δεκαετίες, δεν είναι πλέον πολιτικά ούτε ιστορικά ακριβές να περιγράφεται η 5η Ιουνίου 1967 ως απλή «Ηττα» (Naksa), ούτε αρκεί να χαρακτηρίζονται όσα υφίσταται ο παλαιστινιακός λαός ως απλές «παραβιάσεις» του διεθνούς δικαίου.
Οσα συνέβησαν τον Ιούνιο του 1967 δεν ήταν ένα γεγονός ανεξάρτητο από τη Νάκμπα του 1948. Αντίθετα, αποτέλεσαν τη συνέχεια ενός εποικιστικού-αποικιοκρατικού σχεδίου που στόχευε στην κατάληψη της παλαιστινιακής γης και στην αντικατάσταση του γηγενούς πληθυσμού της από μια εποικιστική κοινωνία. Η κατοχή του 1967 ολοκλήρωσε τον έλεγχο του υπόλοιπου της ιστορικής Παλαιστίνης και εξελίχθηκε σταδιακά σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα κυριαρχίας και αποικιοκρατίας.
Ο εποικισμός δεν υπήρξε αποτέλεσμα της κατοχής· ήταν ένας από τους βασικούς της στόχους. Η συνεχιζόμενη de facto προσάρτηση παλαιστινιακών εδαφών δεν αποτελεί απόκλιση από το σιωνιστικό σχέδιο, αλλά φυσική προέκτασή του. Με την πάροδο των δεκαετιών, η στρατιωτική κατοχή μετατράπηκε σε ένα σύστημα που βασίζεται στη δήμευση γης, στην επέκταση των εποικισμών, στην επιβολή διακριτικών νομικών καθεστώτων και στην άρνηση του δικαιώματος του παλαιστινιακού λαού στην αυτοδιάθεση.
Στη Δυτική Οχθη, οι πολιτικές αυτές εκδηλώνονται καθημερινά μέσα από την επέκταση των εποικισμών, την κατάσχεση γης, τη νομιμοποίηση εποικιστικών φυλακίων και τον κατακερματισμό των παλαιστινιακών περιοχών σε απομονωμένους θύλακες. Οι πρακτικές αυτές υπερβαίνουν κατά πολύ τη διαχείριση μιας κατοχής. Στοχεύουν στην εδραίωση μόνιμου ελέγχου και στην εξάλειψη κάθε προοπτικής για ένα κυρίαρχο και εδαφικά ενιαίο παλαιστινιακό κράτος.
Γι’ αυτό και ο όρος «παραβιάσεις» δεν επαρκεί για να περιγράψει την πραγματικότητα. Οι παραβιάσεις υποδηλώνουν εξαιρέσεις σε έναν νομικό κανόνα. Στην περίπτωση της Παλαιστίνης, πρόκειται για ένα ολόκληρο σύστημα εποικιστικής αποικιοκρατίας, του οποίου η ίδια η ύπαρξη συνιστά διαρκές έγκλημα κατά του διεθνούς δικαίου, του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, των Συμβάσεων της Γενεύης και πολυάριθμων διεθνών αποφάσεων.
Ο εποικισμός είναι έγκλημα. Η προσάρτηση είναι έγκλημα. Ο εξαναγκαστικός εκτοπισμός είναι έγκλημα. Το απαρτχάιντ είναι έγκλημα. Η μετατροπή της κατοχής σε μόνιμη πραγματικότητα αποτελεί ένα συνεχιζόμενο έγκλημα και όχι μια σειρά μεμονωμένων παραβιάσεων. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος καταστροφής στη Γάζα αποκάλυψε τη φύση αυτού του σχεδίου με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Η μαζική καταστροφή υποδομών, οι πολιτικές λιμοκτονίας και αποκλεισμού, οι εκτοπισμοί πληθυσμών και η συστηματική υπονόμευση των όρων επιβίωσης εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια επιβολής νέων δημογραφικών και πολιτικών δεδομένων.
Παράλληλα, οι συζητήσεις για την «επόμενη μέρα» στη Γάζα προκαλούν εύλογες ανησυχίες για το ότι επιδιώκεται η αναπαραγωγή πολιτικών πληθυσμιακής μετατόπισης και εθνοκάθαρσης που συνοδεύουν το σιωνιστικό σχέδιο από την απαρχή του. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι επανειλημμένες επιθέσεις κατά του Λιβάνου και οι στρατιωτικές παρεμβάσεις σε άλλα περιφερειακά μέτωπα. Οι εξελίξεις αυτές αντανακλούν μια ευρύτερη επιδίωξη επέκτασης της ισραηλινής στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας, στο πλαίσιο της στρατηγικής της σύμπραξης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παρά το μέγεθος της τραγωδίας, τα τελευταία χρόνια ανέδειξαν επίσης βαθιές κρίσεις στο εσωτερικό του Ισραήλ, τη φθορά της διεθνούς του εικόνας και τη διεύρυνση της κριτικής απέναντι στις πολιτικές εποικισμού και διακρίσεων, ακόμη και από εβραϊκούς αντισιωνιστικούς κύκλους. Παράλληλα, ενισχύεται διεθνώς η αντίληψη ότι η παλαιστινιακή υπόθεση αποτελεί αγώνα εθνικής απελευθέρωσης απέναντι στην εποικιστική αποικιοκρατία και όχι μια πολιτική διαφορά που μπορεί απλώς να τη διαχειριστεί κάποιος.
Ωστόσο, οι εξελίξεις αυτές δεν πρόκειται να μετατραπούν αυτόματα σε εθνικά επιτεύγματα. Η πρόκληση σήμερα δεν είναι μόνο η καταγγελία του εγκλήματος, αλλά η διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής ικανής να αξιοποιήσει τα διαθέσιμα στοιχεία ισχύος, να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του παλαιστινιακού λαού, να αποκαταστήσει την εθνική ενότητα και τους αντιπροσωπευτικούς του θεσμούς και να αναπτύξει πολιτικές, λαϊκές, νομικές και διπλωματικές μορφές αγώνα στο πλαίσιο ενός ολοκληρωμένου οράματος εθνικής απελευθέρωσης.
Η επέτειος της 5ης Ιουνίου δεν πρέπει να αποτελεί απλώς ανάμνηση μιας κατοχής που ξεκίνησε πριν από πενήντα εννέα χρόνια. Πρέπει να αποτελέσει αφορμή για βαθύτερη κατανόηση μιας συνεχιζόμενης αποικιοκρατικής διαδικασίας, οι εκφάνσεις της οποίας αποτυπώνονται σήμερα στον πόλεμο κατά της Γάζας, στις πολιτικές προσάρτησης και εποικισμού στη Δυτική Οχθη και στις προσπάθειες αναδιαμόρφωσης της παλαιστινιακής και περιφερειακής πραγματικότητας. Κατά συνέπεια, το παλαιστινιακό εθνικό καθήκον δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κατοχής.
Απαιτεί μια σαφή στρατηγική εθνικής απελευθέρωσης που θα αξιοποιεί τις διεθνείς μεταβολές, θα διευρύνει τη λαϊκή συμμετοχή μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες και θα αντιστέκεται στα σχέδια εκκαθάρισης της παλαιστινιακής υπόθεσης. Ο στόχος παραμένει ο τερματισμός της κατοχής, των εποικισμών και του συστήματος απαρτχάιντ, καθώς και η επίτευξη της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας, του δικαιώματος επιστροφής και της αυτοδιάθεσης του παλαιστινιακού λαού στη βάση της ενότητας της γης και του λαού.
*Δρ. πρώην επικεφαλής της διπλωματικής αντιπροσωπείας της Παλαιστινιακής Αρχής στην Ελλάδα
