ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Καρακώτιας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρά την απόλυτη κυριαρχία της Ιεράς Συμμαχίας, μετά την ήττα του Ναπολέοντα και την παλινόρθωση των παλιών δυναστειών και των πλέον αντιδραστικών αντιλήψεων και πρακτικών, σχετικά γρήγορα, το χρονικό διάστημα 1820-1825, επιχειρήθηκε η ανατροπή αυτής της τάξης πραγμάτων. Και μάλιστα στην πολλαπλά υποτιμημένη Νότια Ευρώπη και στην «καθυστερημένη» Ρωσία. O Αμερικανός καθηγητής Ιστορίας Ρίτσαρντ Στάιτς (1931-2010), στο τελευταίο έργο του, με τον τίτλο Οι τέσσερις καβαλάρηδες. Καλπάζοντας προς την ελευθερία στη μεταναπολεόντεια Ευρώπη επικεντρώνεται στις επαναστάσεις που ξέσπασαν στην Ισπανία και στη Νάπολη το 1820, στην Ελλάδα το 1821 και στη Ρωσία το 1825 και η εξιστόρησή του εξακτινώνεται σε όλο τους το εύρος, με άξονες τους βασικούς τους ηγέτες, τον συνταγματάρχη Ραφαέλ ντελ Ριέγο, τον στρατηγό Γκουλιέλμο Πέπε, τον στρατηγό Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον αντισυνταγματάρχη Σεργκέι Μουράβιοφ-Αποστόλ αντίστοιχα. Αναλύει τις ιδεολογικές προϋποθέσεις της οργάνωσής τους, αναδεικνύει τις εσωτερικές τους αντιθέσεις και ανασυνθέτει την πορεία τους.

Οι επαναστάσεις αυτές, όπως εκθέτει ο Στάιτς, αποσκοπούσαν στη θέσπιση Συνταγμάτων και στον περιορισμό της εξουσίας των ηγεμόνων, με σχετική εξαίρεση την ελληνική, ο στόχος της οποίας ήταν η εθνική ανεξαρτησία. Οι ομοιότητές τους ήταν δε αρκετές. Μια πρώτη ήταν η στρατιωτική ιδιότητα των ηγετών των επαναστάσεων αυτών. Ο καθοριστικός ρόλος των επαναστατικών μυστικών εταιρειών, όπως αυτών των Καρμπονάρων ή της εγχώριας Φιλικής Εταιρείας, στην ιδεολογική και πολιτική οργάνωσή τους ήταν μια άλλη.

Ο τρόπος εκδήλωσης των εξεγέρσεων με την πορεία στρατιωτικών μονάδων και άλλων επαναστατών από πόλεις της επαρχίας προς τις πρωτεύουσες ήταν, επίσης, κοινός σε όλες. Γι’ αυτό μάλιστα ο Στάιτς τις ονομάζει επαναστάσεις χωρίς οδοφράγματα, σε αντίθεση με αυτές των επόμενων δεκαετιών που εκτυλίχθηκαν στους δρόμους των πόλεων.

Η πρόσκαιρη επικράτησή τους στην Ισπανία και πολύ λιγότερο στη Νάπολη είχε και αντίστοιχα πολιτικά αποτελέσματα. Η υποταγή της εξουσίας των βασιλέων στο Σύνταγμα, η ελευθερία του λόγου, η εκλογή Βουλής, οι προσπάθειες για τη μείωση του πολιτικού και οικονομικού ρόλου της Εκκλησίας στην κοινωνία και βέβαια η κατάργηση της Ιεράς Εξέτασης ήταν κάποιες από αυτές. Τα παλιά καθεστώτα, όμως, με τη στρατιωτική επέμβαση της Ιεράς Συμμαχίας, αναβίωσαν πλήρως, καταδίωξαν κάθε φιλελεύθερη φωνή και φυλάκισαν ή εκτέλεσαν τους ηγέτες των επαναστάσεων, όπως τον Ριέγο. Μετά την ήττα τους πολλοί από τους επαναστάτες των δύο αυτών χωρών ήρθαν στην Ελλάδα και συμμετείχαν ενεργά στον αγώνα που είχε ξεκινήσει. Ο Στάιτς, ξεκινώντας αρχικά από το εγχείρημα του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, δίνει ένα περίγραμμα της Ελληνικής Επανάστασης, στο οποίο αναδεικνύει τον σημαντικότατο ρόλο της Φιλικής Εταιρείας στην προετοιμασία της, αποτυπώνει τα πολλά και ποικίλα προβλήματά της και αρκετά αρνητικά της στοιχεία, αλλά επισημαίνει ότι ήταν η μόνη που πέτυχε τον σκοπό της. Την εντάσσει στις δημοκρατικές επαναστάσεις της Ευρώπης, αλλά τονίζει και την προσπάθεια των ηγετών της να μην ταυτιστεί πολιτικοϊδεολογικά με τους φιλέλληνες επαναστάτες που προσήλθαν στην Ελλάδα.

Ο κύκλος των επαναστάσεων κλείνει στη Ρωσία τον Δεκέμβρη του 1825. Τότε, μετά από πολυετή προεργασία από διάφορες μυστικές εταιρείες, εκδηλώθηκε η εξέγερση των Δεκεμβριστών, όπως ονομάστηκαν οι επαναστάτες, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν αξιωματικοί του τσαρικού στρατού.

Ο Στάιτς αναλύει το υπόβαθρο της εξέγερσης, με τις αναφορές της στις άλλες επαναστάσεις της εποχής, με αιτήματα δημοκρατικά, με διάφορες απόψεις στο εσωτερικό της, που έφταναν έως και στη βασιλοκτονία, με συνύπαρξη φιλελεύθερων ιδεών και χριστιανικών ανθρωπιστικών αντιλήψεων, και περιγράφει την άμεση καταστολή της. Πολλοί από τους Δεκεμβριστές συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε πολυετείς καθείρξεις και εξορίες ή εκτελέστηκαν, όπως ο Σεργκέι Μουράβιοφ-Αποστόλ.

Εν τέλει, επισημαίνει ο Στάιτς, πέρα από τα ζητήματα που έθεσαν, οι εξεγέρσεις αυτές κληροδότησαν τον επαναστατικό διεθνισμό και καταγράφηκαν στην ιστοριογραφία, στη λογοτεχνία και στη λαϊκή μνήμη των χωρών τους. Για την εγχώρια επανάσταση δε, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η ματιά του ως «τρίτου» σε σχέση με αυτήν. Κατατοπιστικός ο πρόλογος της Νάσιας Γιακωβάκη για το ερευνητικό πλαίσιο του βιβλίου, ενώ η μετάφραση του Μενέλαου Αστερίου το μεταλαμπαδεύει άρτια.