Ημέρα αποκάλυψης
(Disclosure Day, ΗΠΑ, 2026, 145’)
★★☆☆☆
Σκηνοθεσία: Στίβεν Σπίλμπεργκ Ηθοποιοί: Εμιλι Μπλαντ, Τζος Ο’Κόνορ, Κόλιν Φερθ
Θα μπορούσε η νέα πολυαναμενόμενη ταινία του Σπίλμπεργκ, που επέστρεψε στη σκηνοθετική καρέκλα έπειτα από τέσσερα χρόνια, να ξεκινάει με το σλόγκαν που εμφανιζόταν για χρόνια στους εναρκτήριους τίτλους της τηλεοπτικής σειρά X-Files: «The Truth is Out Τhere» (Η αλήθεια βρίσκεται εκεί έξω), μια και η «Ημέρα αποκάλυψης» μοιάζει να είναι σαν μια συμπύκνωση και συρραφή του lore της εμβληματικής σειράς. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τον καταδιωκόμενο πληροφοριοδότη Ντάνιελ Κέλνερ (Τζος Ο’Κόνορ), τον οποίο κυνηγά μια μυστική οργάνωση με αποστολή να κρατήσει επτασφράγιστο το μυστικό της ύπαρξης εξωγήινης ζωής. Στην προσπάθειά του να ξεφύγει, θα συναντήσει τη μετεωρολόγο Μάργκαρετ Φέρτσαϊλντ, την οποία υποδύεται η εξαιρετική Έμιλι Μπλαντ (ίσως η μόνη που σώζει τα προσχήματα). Μαζί θα προσπαθήσουν να αλλάξουν για πάντα την ιστορία της ανθρωπότητας, φέρνοντας στο φως την αλήθεια για την ύπαρξη εξωγήινης ζωής.
Το μεγαλύτερο αρνητικό της ταινίας του Σπίλμπεργκ δεν είναι η άνευρη, διεκπεραιωτική του σκηνοθεσία, αλλά το σενάριο γραμμένο από τον ίδιο και τον έμπειρο σεναριογράφο Ντέιβιντ Κόεπ («Jurassic Park»,1993, «Carlito’s Way», 1993). Οι δυο τους προσπαθούν με αφέλεια να προσδώσουν στην ιστορία κάποιο φιλοσοφικό βάθος, αγγίζοντας ζητήματα θρησκείας, πολιτικής και το κατά πόσον η αλήθεια μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να βλάψει το κοινό καλό.
Μάταια προσπαθεί η αφήγηση να γίνει κάτι περισσότερο από μια ταινία δράσης με συνωμοσίες και εξωγήινους. Αλλά κι αυτό για να το καταφέρει, απαιτούνται μια οξυδέρκεια και ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο και όχι κακογραμμένοι κοινότοποι διάλογοι. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος ούτε ο Κόεπ ούτε ο Σπίλμπεργκ διαθέτουν τα απαραίτητα εφόδια για να μιλήσουν πέρα από την εικόνα, τα κυνηγητά με αυτοκίνητα, τους πυροβολισμούς, το χλιαρό χιούμορ και τις ηρωικές πράξεις με αίσιο τέλος. Όμως και ως blockbuster η ταινία αποτυγχάνει καθώς όλα εξελίσσονται μέσα από μια άνευρη ιστορία, με χαρακτήρες αδιάφορους, άψυχους και σκηνές δράσης που δεν αγγίζουν ούτε στο ελάχιστο τα προηγούμενα έργα του σπουδαίου Σπίλμπεργκ. Δυστυχώς η «Ημέρα αποκάλυψης» σε κάθε της λεπτό μάς υπενθυμίζει ότι ακόμα και ταινίες σκηνοθετών που έχουν γράψει ιστορία στον κινηματογράφο (με ταινίες δε όπως οι «Στενές επαφές τρίτου τύπου»), μπορεί τελικά να έχουν λόγο ύπαρξης μόνο σε streaming πλατφόρμες.
Ο ξένος
(L’Étranger, Γαλλία, Βέλγιο, 2025, 122’)
★★★☆☆
Σκηνοθεσία: Φρανσουά Οζόν
Ηθοποιοί: Μπενζαμέν Βουαζέν, Ρεμπέκα Μαρντέρ, Πιερ Λοτέν

Αλγέρι, 1938. Ο Μερσό, ένας μοναχικός υπάλληλος, θάβει τη μητέρα του χωρίς να δείξει το παραμικρό συναίσθημα και επιστρέφει στην καθημερινότητά του. Όταν ο γείτονάς του τον μπλέκει σε ύποπτες ιστορίες, ένα τραγικό γεγονός σε μια παραλία θα ανατρέψει τη ζωή του και θα τον φέρει αντιμέτωπο με την κοινωνία και τον εαυτό του. Ο σημαντικός Γάλλος σκηνοθέτης Φρανσουά Οζόν («Η πισίνα», 2003) μεταφέρει το εμβληματικό μυθιστόρημα του Καμί στον κινηματογράφο και μένει πιστός στο πρωτότυπο υλικό, αντλώντας έμπνευση σε ορισμένες σκηνές και από την ομότιτλη ταινία του Λουκίνο Βισκόντι. Παραδίδει ένα έργο που καταφέρνει να διατηρήσει αμείωτη την αγωνία και να προκαλέσει μια ανεξήγητη ανησυχία και τα αισθήματα που σε διατρέχουν καθώς διαβάζεις και το βιβλίο.
Με τη σπουδαία ασπρόμαυρη φωτογραφία του Μάνουελ Ντακός, την ανησυχητική, γοητευτική και ταυτόχρονα ανατριχιαστική ερμηνεία του Μπενζαμέν Βουαζέν, αλλά και έναν σχεδιασμό ήχου που ενισχύει την απόκοσμη ατμόσφαιρα που διατρέχει όλο το έργο, ο Οζόν δημιουργεί μια ταινία που καταφέρνει να λειτουργεί ταυτόχρονα ως θρίλερ αγωνίας αλλά και ως ένα έργο που εξερευνά τα φιλοσοφικά ζητήματα του Καμί.
Ο ήρωας σκιαγραφείται εξαιρετικά μέσα από την προσεκτική τοποθέτηση της κάμερας, η οποία καταγράφει έναν χαρακτήρα που κινείται ανάμεσα στην αδιαφορία και την αποστασιοποίηση από έναν κόσμο που του μοιάζει εντελώς παράλογος, που αδυνατεί να ερμηνεύσει ή δεν επιθυμεί να το κάνει. Ο Οζόν δεν επιχειρεί να επανερμηνεύσει το κείμενο του Καμί αλλά περισσότερο να αναδείξει, μέσα από μια κινηματογραφική εμπειρία, τους προβληματισμούς του πάνω στη φθορά, τον θάνατο, την κοινωνική υποκρισία και το παράλογο ενός κόσμου που δεν παύει να υπάρχει ακόμα και αν σταματήσουμε να υπάρχουμε εμείς. Προσθέτει όμως και μια πολιτική χροιά καθώς δημιουργεί διαρκώς την αίσθηση μιας τεταμένης σχέσης ανάμεσα στους Άραβες και τους Γάλλους αποικιοκράτες, ενώ ταυτόχρονα δίνει ταυτότητα στους γηγενείς Αλγερινούς που στο βιβλίο έχουν ελάχιστη υπόσταση. Τελικά όμως αυτό το πολιτικό στοιχείο που προσθέτει δεν προσφέρει μια καινούργια ματιά στο πρωτότυπο υλικό, καθώς ο ίδιος ακολουθεί σχεδόν πιστά τον Καμί, χωρίς να τολμά να παρεκκλίνει κατ’ ελάχιστον ώστε να δώσει μια υπόσταση στο πολιτικό του σχόλιο.
Το ιερό αγόρι
(Holy Boy, Ιταλία, 2025, 122’)
★★☆☆☆
Σκηνοθεσία: Πάολο Στριπόλι
Ηθοποιοί: Μικέλε Ριοντίνο, Τζούλιο Φέλτρι, Πάολο Πιερομπόν

Ένας καθηγητής γυμναστικής διορίζεται σε ένα απομονωμένο ορεινό χωριό της Ιταλίας, σημαδεμένο από ένα τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα. Εκεί ανακαλύπτει πως οι κάτοικοι αναζητούν λύτρωση στην αγκαλιά ενός εφήβου που έχει την παράξενη ικανότητα να απορροφά τη θλίψη και τον πόνο των άλλων. Προσπαθώντας να τον προστατεύσει, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα σκοτεινά μυστικά της κοινότητας.
Ο Πάολο Στριπόλι εμπλέκει πολλές θεματικές σε ένα έργο και δημιουργεί μια παραβολή που επιδιώκει να κινηθεί σε μια πολυεπίπεδη αφήγηση, ντύνοντας την ταινία του με μια γοτθική ατμόσφαιρα (εξαιρετική η φωτογραφία του Κριστιάνο ντι Νίκολα, όπως και οι τοποθεσίες των γυρισμάτων). Συμπλέκει μια queer ιστορία με υπερφυσικό τρόμο, φιλοσοφικές προεκτάσεις πάνω στον πόνο (ατομικό και συλλογικό) και το πόσο αναγκαίος είναι για τη διατήρηση του πραγματικού μας εαυτού, καθώς και με την «τύφλωση» μιας κοινότητας από την αλόγιστη πίστη που έχει ολέθρια αποτελέσματα.
Τελικά όμως φορτώνει την αφήγησή του με τόσο πολλά στοιχεία, που όχι μόνο αποδυναμώνει την ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα, αλλά σιγά σιγά διαλύει την εξαιρετική ατμόσφαιρα. Αυτήν που μέχρι εκεί έχει «χτίσει» μέσα από έναν αργό ρυθμό, προσπαθώντας μάταια να ισορροπήσει μεταξύ ενός ψυχολογικού θρίλερ και μιας ταινίας που εξετάζει τα θέματά της μέσα από μια φιλοσοφική διάσταση. Και γι’ αυτό καταλήγει να καταφύγει σε έναν πιο γρήγορο κινηματογραφικό ρυθμό αναζητώντας πεποιημένα έναν τρόπο να κλείσει την ταινία του.
