Να ανασυρθεί από το αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών ζητά ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, καταθέτοντας μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ζαχαρία Κέσση νέα αίτηση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.
Ειδικότερα, η πρωτοβουλία αναλήφθηκε μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του Ταλ Ντίλιαν στην «Εφημερίδα των Συντακτών», οι οποίες, σύμφωνα με την πλευρά του δημοσιογράφου, εισφέρουν νέα στοιχεία και δεδομένα που θα πρέπει να τεθούν υπό δικαστική αξιολόγηση.

Τι περιλαμβάνει το αίτημα του Κουκάκη για τις υποκλοπές
Στο αίτημα περιλαμβάνεται η ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο και η εκ νέου αξιολόγηση των στοιχείων της υπόθεσης. Παράλληλα, ζητείται να κληθούν εκ νέου οι τέσσερις καταδικασθέντες ώστε να καταθέσουν και να προσκομίσουν τυχόν πρόσθετα έγγραφα ή πληροφορίες που σχετίζονται με τις αναφορές του ιδρυτή της Intellexa.
Η αίτηση επεκτείνεται και σε πέντε στελέχη της εταιρείας Intellexa, τα οποία δεν έχουν κατηγορηθεί στην υπόθεση, ωστόσο εκτιμάται ότι μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διαλεύκανση κρίσιμων πτυχών της.
Κατά την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται στο δικόγραφο, οι δημόσιες τοποθετήσεις του Ταλ Ντίλιαν αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς συνδέονται με τη διαπιστωμένη παρουσία και χρήση του λογισμικού Predator στην Ελλάδα. Εφόσον, όπως υποστήριξε ο ίδιος, το συγκεκριμένο σύστημα διατίθεται αποκλειστικά σε κρατικές αρχές και υπηρεσίες πληροφοριών, τίθεται εκ νέου το ερώτημα ποιος βρισκόταν πίσω από τις παράνομες παρακολουθήσεις.

Τι υποστηρίζει η πλευρά Κουκάκη
Η πλευρά του Θανάση Κουκάκη υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να διερευνηθούν σε βάθος, ιδίως από τη στιγμή που η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου έχει καταλήξει πως δεν προκύπτει εμπλοκή της ΕΥΠ. Σε μια τέτοια περίπτωση, σημειώνεται, θα έπρεπε να εξεταστεί ακόμη και το ενδεχόμενο δραστηριοποίησης ξένων υπηρεσιών στην ελληνική επικράτεια.
Μετά την κατάθεση της αίτησης, ο Ζαχαρίας Κεσσές τόνισε ότι στόχος είναι να απαντηθούν κρίσιμα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά, υπογραμμίζοντας ότι η πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης είναι αναγκαία τόσο για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς όσο και για λόγους εθνικής ασφάλειας.
