Αργά το απόγευμα κάποιας Δευτέρας. Μετά από ύπνο καλό. Με ξύπνησαν δύο απανωτά τηλεφωνήματα, του Σάκη και τα δύο. Αλήθειες; ψέματα; Δεν έχει πια παραμικρή σημασία. Κάτι ανάμεσα τέλος πάντων. Διότι, πρώτον θυμάται λεπτομέρειες από εκείνα τα χρόνια, και μάλιστα λεπτομέρειες… λεπτομερέστατες. Δεύτερον, από τα διάφορα μαγαζιά, που άνοιξε ο ίδιος ή έπαιξε κατά καιρούς, σιγά σιγά και σύμφωνα με τις αφηγήσεις του που ποτέ δεν διακόπτω (όπως τότε, κανείς μας δεν τον διέκοπτε – γοητευτικός παραμυθάς!), έχει περάσει όλη η παιδική μας συντροφιά, η «συμμορία» μας, μεγάλοι πια και μεγάλες. Ανέβηκαν στην πίστα και χόρεψαν, και η αναγνώριση έγινε μετά, τυχαία, όπως στις αρχαίες τραγωδίες.
Τελευταία, στις διηγήσεις του, αρχίζουν να εμφανίζονται και τα παιδιά τους. Αν και πάνε πια καμιά δεκαριά χρόνια που έχει να εμφανιστεί σε μαγαζί, μετά από ένα ατύχημα σε οικοδομή που τον καθήλωσε στο κρεβάτι. Ελαιοχρωματιστής ήταν κατ’ επάγγελμα, βιοποριστικό. «Αλλά μπογιατζής καλλιτέχνης, ε; Οχι αεριτζίδικα πράματα!». Το μπουζούκι, το τραγούδι, ήταν, είναι ακόμα, ο έρωτάς του, παιδιόθεν. Μαθητής του στο μπουζούκι τον νοιάζεται στην ανημπόρια.
Ολόγυρά του, σε απόσταση χεριού, ένα μπουζούκι, τρίχορδο («Τα τετράχορδα… μαλακία!»), τσιγάρα άφιλτρα, αναπτήρας (αναπτήρες), ένα σταχτοδοχείο που μόνο αδειάζει και ποτέ δεν πλένεται, μισό μπουκάλι κρασί, μια κούπα, γυάλινη, με χερούλι, όπως του καφέ («Πού θες να ξέρω ρε! Κάποιος την έφερε!») και ένα τετράδιο, ένα τετράδιο από τα παλιά, με τις γραμμές και τα περιθώρια και τη Σφαγή της Χίου στο κίτρινο εξώφυλλο.
Γράφει. Εκτός από στίχους, που τους βάζει μουσική, γράφει και τα παραμύθια του -τα παραμύθια μας- με τρόπο που δεν γνωρίζω: «Κάποια μέρα που θα έχεις πιο πολύ χρόνο, θα καθίσεις να σ’ τα δείξω». Μου ζήτησε, την άλλη φορά, να του πάω κάνα δυο μαρκαδόρους: «Μην ξεχάσεις! Από τους χοντρούς, που γράφουν παχιά!». Δεν καλοβλέπει πια…
