Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η διεθνής εμπειρία δείχνει πως η τετραήμερη εργασία έχει ευεργετικά οφέλη για την ψυχική μας υγεία, για τις εταιρείες και τη δημοκρατία.

Οταν η Ισλανδία παρουσίασε για πρώτη φορά την ιδέα της τετραήμερης εργασίας χωρίς μείωση μισθού υπήρξε έντονος σκεπτικισμός δεδομένου πως οι περισσότεροι φοβόντουσαν ότι η παραγωγικότητα θα μειωνόταν. Το πιλοτικό πρόγραμμα, το οποίο ξεκίνησε το 2015 με το 1% του εργατικού δυναμικού, σύντομα έβαλε τέλος σε αυτές τις ανησυχίες. Μέχρι το 2019, σχεδόν το 90% των Ισλανδών εργαζομένων είχε μεταβεί σε συντομότερα ωράρια, αποδεικνύοντας παράλληλα πως το κόστος για τις υπηρεσίες δεν ανέβηκε και η ποιότητα των υπηρεσιών δεν επιδεινώθηκε.

Η πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη για την καθιέρωση τετραήμερης εργασίας στην Ελλάδα, σε μια ελληνική πραγματικότητα όπου η πολυετής οικονομική κρίση έχει παγιώσει συνθήκες επισφάλειας και υπερεργασίας, έχει ειδικό σημασιολογικό βάρος ενώ ταυτόχρονα επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα της σύγχρονης κοινωνικής θεωρίας: τη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο και την εργασία.

Ο διάλογος συνεπώς γύρω από τη μείωση του εργάσιμου χρόνου δεν αφορά απλώς μια τεχνική μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας αλλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται η κοινωνική ζωή, η ανθρώπινη υποκειμενικότητα. Αφορά δηλαδή τη μεταβολή της σχέσης του σύγχρονου υποκειμένου με την επιθυμία, την απόλαυση, τον χρόνο και την εξουσία σε μια καπιταλιστική κοινωνία που έχει οργανωθεί γύρω από τη φαντασίωση ότι η αδιάκοπη εργασία οδηγεί σε πληρότητα και αναγνώριση.

Στις προνεωτερικές κοινωνίες ο χρόνος ήταν οργανικά συνδεδεμένος με τις εποχές, τις τελετουργίες, τη συλλογικότητα και δεν γινόταν αντιληπτός ως μετρήσιμο και εμπορεύσιμο μέγεθος. Στις νεωτερικές κοινωνίες η εργασία άρχισε να αποτελεί μηχανισμό συγκρότησης της ταυτότητας. Το άτομο όφειλε να είναι παραγωγικό, χρήσιμο, πειθαρχημένο. Αργότερα το οκτάωρο υπήρξε ιστορικά μια κατάκτηση απέναντι στην απόλυτη απορρόφηση της ζωής από την εργασία. Στη σημερινή μετανεωτερική πραγματικότητα η τετραήμερη εργασία εμφανίζεται ως η νέα ιστορική διεκδίκηση του σύγχρονου υποκειμένου, που δεν εργάζεται πλέον απλώς επειδή «πρέπει», αλλά επειδή έχει εσωτερικεύσει την εντολή της διαρκούς επίδοσης.

Στην Ισλανδία η τετραήμερη εργασία ενίσχυσε την ψυχική υγεία ενώ συνέβαλε στην ισότητα των φύλων, καθώς η μικρότερη εργάσιμη εβδομάδα ενθάρρυνε τους άνδρες να συμμετέχουν περισσότερο στην ανατροφή των παιδιών και στην οικογενειακή ζωή. Οι εργοδότες δήλωσαν επίσης ικανοποιημένοι, αφού μειώθηκαν οι ημέρες αναρρωτικής άδειας και βελτιώθηκε η εργασιακή απόδοση μέσω καλύτερης οργάνωσης. Η τετραήμερη εργασία έχει εφαρμοστεί πιλοτικά και σε επιχειρήσεις σε άλλες χώρες, από το Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι την Πορτογαλία και τη Γερμανία. Στις περισσότερες χώρες όπου εφαρμόστηκε μειώθηκαν οι αϋπνίες, τα καταθλιπτικά συμπτώματα και το άγχος. Αλλωστε το αίτημα για περισσότερο ελεύθερο χρόνο -σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία- αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης του υποκειμένου με την επιθυμία. Αν αναλογιστούμε πως το σύγχρονο υποκείμενο καλείται να επιτυγχάνει και να απολαμβάνει διαρκώς, η τετραήμερη εργασία μπορεί να λειτουργήσει ως αμφισβήτηση αυτής της ψυχικής οικονομίας, επιτρέποντας την επανεγγραφή του χρόνου ως χώρου περισυλλογής όπου η επιθυμία δεν υποτάσσεται στην απόδοση. Είναι γνωστό πως το burnout – εργασιακή εξουθένωση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα υπερβολικής εργασίας, αλλά συνέπεια μιας ασυνείδητης ταύτισης με το ιδεώδες της αδιάκοπης παραγωγικότητας.

Μια κοινωνία που εξαντλεί τα υποκείμενα στη διαρκή εργασιακή εγρήγορση υπονομεύει τη δυνατότητα της δημοκρατικής συγκρότησης του πολίτη. Η συζήτηση για την τετραήμερη εργασία είναι συνεπώς μια πρόταση ανακατανομής ισχύος μεταξύ κεφαλαίου και κοινωνίας. Αφορά την επαναθεμελίωση της κοινωνικής αξιοπρέπειας και του ελεύθερου χρόνου καθώς οι μετανεωτερικοί άνθρωποι νιώθουν ενοχή για το όποιο «κενό», το οποίο δεν γνωρίζουν πώς να διαχειριστούν δίχως να το υπερκαλύψουν με υποχρεώσεις. Για να πετύχει λοιπόν μια τέτοια πρόταση, θα πρέπει να συνοδευτεί από έναν αναστοχασμό για το τι σημαίνει να ζει κανείς καλά σε μια δημοκρατική κοινωνία. Ας ανοίξουμε τα αυτιά μας και τον ψυχισμό μας σε αυτή την πρόταση χωρίς κομματικές προκαταλήψεις κι ας αναρωτηθούμε ποιος και γιατί φοβάται την τετραήμερη εργασία.