Για μια ιστορική αναγνώριση και επανόρθωση της βλάβης
Το κράτος όχι μόνο δεν άνοιξε ποτέ ουσιαστικά τη συζήτηση για την επανόρθωση των βλαβών που προκάλεσε σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, αλλά δεν αναγνώρισε ποτέ καν την ίδια τη ζημιογόνο δράση ιστορικών πρακτικών της παιδικής προστασίας
ΤΟΥ ΒΑΣIΛΗ ΙΩΑΚΕΙΜIΔΗ*
Ενα έγκλημα μπορεί να συντελεστεί τόσο μέσω πράξεων όσο και μέσω παραλείψεων. Στην ιστορία της παιδικής προστασίας στην Ελλάδα συνυπήρξαν και οι δύο αυτοί παράγοντες, με τρόπο συστηματικό και διαγενεακά τραυματικό. Τα βασικά στοιχεία αυτής της αδικίας εκφράστηκαν μέσω της μαζικής ιδρυματοποίησης, των παράνομων ή παράτυπων υιοθεσιών και με τη διαχρονική άρνηση συγκρότησης ενός συνεκτικού, καθολικού και διαφανούς συστήματος παιδικής προστασίας.
Αν και ιδρυματικές μορφές παιδικής προστασίας υπήρχαν ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η απαρχή των κεντρικά οργανωμένων εγκλεισμών παιδιών εντοπίζεται στη δεκαετία του 1940, με τη δημιουργία των διαβόητων παιδουπόλεων της Φρειδερίκης στη διάρκεια του εμφύλιου. Οι χώροι αυτοί, που σε πολλές περιπτώσεις λειτουργούσαν με όρους στρατιωτικοποιημένης επιτήρησης, παράλληλα με τη «φιλοξενία» είχαν ως στόχο την πολιτική και κοινωνική πειθάρχηση. Τα έγκλειστα παιδιά αντιμετωπίστηκαν είτε ως «ανταρτόπληκτα» είτε ως «πολιτικά ύποπτα» λόγω καταγωγής ή και πολιτικών πεποιθήσεων των οικογενειών τους.
Από τη δεκαετία του 1950, μέσα στο περιβάλλον του τιμωρητικού μεταπολεμικού συντηρητισμού, της έμφυλης ανισότητας και της εκκλησιαστικής κυριαρχίας στον χώρο της πρόνοιας, χιλιάδες γυναίκες που απέκτησαν παιδιά εκτός γάμου ή ζούσαν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον στιγματισμό. Αντί για υποστήριξη και φροντίδα βίωσαν την τραυματική εμπειρία της απομάκρυνσης των παιδιών τους. Πολλά από αυτά είτε βίωσαν τον εγκλεισμό στα τότε ιδρύματα είτε «δόθηκαν» για υιοθεσία, συχνά με σκιώδεις και συνοπτικές διαδικασίες, σε ευκατάστατες οικογένειες.
Ακόμα όμως και στα μεταπολιτευτικά χρόνια, η παιδική προστασία παρέμεινε χωρίς επαρκή στελέχωση, σχεδιασμό και συντονισμό. Οικογένειες που βιώνουν αντιξοότητα, φτώχεια ή ψυχοκοινωνικές δυσκολίες δεν υποστηρίζονται έγκαιρα και επαρκώς. Αντίθετα, βρίσκονται συχνά αντιμέτωπες με μηχανισμούς επιτήρησης, ποινικοποίησης και τελικά απομάκρυνσης των παιδιών τους. Συχνά ακόμη και σήμερα παιδιά οδηγούνται σε ιδιωτικές ή δημόσιες δομές με αποδεδειγμένα κακοποιητική λειτουργία. Μερικά από αυτά μάλιστα βρέθηκαν -σε μια σχεδόν παγκόσμια πρωτοτυπία- να βιώνουν μακρόχρονο εγκλεισμό σε παιδιατρικά νοσοκομεία, χωρίς να υφίσταται κάποιο θέμα υγείας!
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θεσμική βία βίωσαν με δυσανάλογο τρόπο παιδιά από κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες: παιδιά Ρομά, προσφυγόπουλα και παιδιά με αναπηρία. Οι εικόνες των ανάπηρων παιδιών στα Λεχαινά, δεμένων σε κλουβιά, των ρακένδυτων παιδιών Ρομά και των προσφυγόπουλων που επιβίωναν σε χώρους βίας και αναξιοπρέπειας είναι γνωστές. Και όμως, ποτέ δεν κατάφεραν να «στοιχειώσουν» πραγματικά το συλλογικό μας συνειδητό.
Πίσω λοιπόν από ιστορίες κακοποίησης που σποραδικά εμφανίζονται στη δημόσια συζήτηση με όρους ηθικού πανικού, βρίσκεται μια βαθύτερη κρίση που δεν αφορά μόνο την αποτυχία του συστήματος πρόνοιας αλλά και τη διαχρονική έκθεσή τους σε συνθήκες τραύματος, κακοποίησης και άρνησης των δικαιωμάτων τους.
Το κράτος όχι μόνο δεν άνοιξε ποτέ ουσιαστικά τη συζήτηση για την επανόρθωση των βλαβών που προκάλεσε σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, αλλά δεν αναγνώρισε ποτέ καν την ίδια τη ζημιογόνο δράση ιστορικών πρακτικών της παιδικής προστασίας. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος πως, πριν κάθε συζήτηση για «αποϊδρυματοποίηση» ή αναμόρφωση του συστήματος παιδικής προστασίας, στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου πρέπει να τεθεί μια διαδικασία ιστορικής και κοινωνικής λογοδοσίας.
Η λογοδοσία αυτή πρέπει να διαμορφωθεί στη βάση τριών σταδίων αναγνώρισης και επανόρθωσης:
◗ Της δημόσιας συγγνώμης από την πολιτεία προς όσους υπέστησαν θεσμική παραμέληση, κακοποίηση, ιδρυματική βία ή εξαναγκαστικούς διαχωρισμούς οικογενειών ως μια ουσιαστική και συμβολική πράξη δημοκρατικής ωριμότητας και συλλογικής μεταμέλειας, όχι ως μια υποκριτική χειρονομία.
◗ Της ανεξάρτητης και διαφανούς διερεύνησης και χαρτογράφησης των ιστορικών πρακτικών της παιδικής προστασίας, με ουσιαστική συμμετοχή επιζώντων, οικογενειών και επαγγελματιών.
◗ Της ανάπτυξης πρακτικών και πολιτικών συλλογικής και ατομικής επανόρθωσης της βλάβης. Το κράτος, στο πλαίσιο της επανορθωτικής δικαιοσύνης, πρέπει να πάρει απτά μέτρα υποστήριξης των ατόμων που βίωσαν τη διαγενεακή βία.
Πρόσφατα, χώρες όπως η Ισπανία, που συγκλονίστηκε από αποκαλύψεις εκατοντάδων χιλιάδων παράνομων υιοθεσιών της φρανκικής περιόδου, και η Ιρλανδία, όπου αποκαλύφθηκαν ακραίες μορφές κακοποίησης και παραμέλησης παιδιών σε εκκλησιαστικά ιδρύματα, εκκίνησαν διαδικασίες ιστορικής αναγνώρισης και επανόρθωσης.
Και στη χώρα μας, μόνο μέσα από την αναγνώριση της ιστορικής αλήθειας μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για ουσιαστικές πολιτικές επανορθωτικής δικαιοσύνης, κοινωνικής αποκατάστασης και πραγματικής μεταρρύθμισης του πεδίου της παιδικής προστασίας. Ισως το πιο δύσκολο βήμα για μια κοινωνία δεν είναι μόνο να αναγνωρίσει τη βία που άσκησε στο παρελθόν, αλλά να τοποθετήσει επιτέλους στο επίκεντρο τις οικογένειες και τα παιδιά, διαμορφώνοντας όρους για ένα συνεκτικό, μη στιγματιστικό και καθολικό σύστημα παιδικής προστασίας στο μέλλον.
*Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής
