ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Λιούτα*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η εξέλιξη των τιμών τροφίμων στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης αναδεικνύει μια σταθερή και ανησυχητική απόκλιση, η οποία δεν μπορεί πλέον να αποδοθεί σε συγκυριακούς παράγοντες και στον πόλεμο. Τα στοιχεία της Eurostat και οι αναλύσεις του ΙΟΒΕ συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα. Η ελληνική αγορά τροφίμων χαρακτηρίζεται από υψηλότερη ένταση πληθωρισμού, μεγαλύτερη διάρκεια αυξήσεων και σημαντική ακαμψία τιμών σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες. Η σύγκριση αυτή αποτυπώνει μια βαθιά διαρθρωτική παθογένεια που επηρεάζει άμεσα την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Η ακρίβεια είναι έργο της κυβέρνησηςΣύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα καταγράφει σωρευτικές αυξήσεις τιμών τροφίμων που υπερβαίνουν κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η συνολική αύξηση από το 2019 προσεγγίζει το 36%, όταν στην Ε.Ε. κινείται περίπου στο 23%. Η απόκλιση αυτή γίνεται ακόμα πιο έντονη σε επιμέρους κατηγορίες. Στο κρέας, στο μοσχάρι, στα γαλακτοκομικά, στα φρούτα και στα προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης, η Ελλάδα βρίσκεται συστηματικά στις πρώτες θέσεις των υψηλότερων αυξήσεων. Η διαφορά δεν είναι οριακή· είναι δομική και επαναλαμβανόμενη. Η χώρα εμφανίζει διπλάσιες ή και τριπλάσιες αυξήσεις σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες.

Ενώ πολλές χώρες της Ε.Ε. καταγράφουν σταθερή μείωση του ρυθμού αύξησης των τιμών, η Ελλάδα παρουσιάζει μεγαλύτερη επιμονή των τιμών σε υψηλά επίπεδα. Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η ελληνική αγορά χαρακτηρίζεται από υψηλή ένταση μετακύλισης κόστους, περιορισμένο ανταγωνισμό και ολιγοπωλιακή διάρθρωση. Αυτοί οι παράγοντες ενισχύουν την αύξηση των τιμών και καθιστούν την ελληνική αγορά πιο ευάλωτη σε διεθνείς διακυμάνσεις τιμών ενέργειας και πρώτων υλών. Η έννοια της αργής προσαρμογής των τιμών προς τα κάτω είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ελλάδα.

Ακόμα και όταν οι διεθνείς τιμές υποχωρούν, η ελληνική λιανική αγορά εμφανίζει καθυστερημένη ή περιορισμένη ανταπόκριση. Αυτό συνδέεται με το υψηλό επίπεδο συγκέντρωσης της αγοράς, όπου λίγοι μεγάλοι παίκτες κατέχουν σημαντικό μερίδιο και μπορούν να διαμορφώνουν στρατηγικές τιμολόγησης. Η έλλειψη ανταγωνισμού μειώνει τα κίνητρα για ανάλογη προσαρμογή των τιμών προς τα κάτω. Παράλληλα, η χαμηλή αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών επιδεινώνει την επίδραση των αυξήσεων. Η σύγκριση με την Ευρώπη αποκαλύπτει ότι η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν είναι μόνο υψηλότερη· είναι και βαρύτερη για τα νοικοκυριά.

Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τη σύγκριση Ελλάδας και Ε.Ε. είναι σαφής. Η ελληνική αγορά τροφίμων παρουσιάζει διαρθρωτική επιμονή πληθωρισμού, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικά μέτρα ή με φτωχές παρεμβάσεις. Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί πολιτικές που ενισχύουν τον ανταγωνισμό, μειώνουν τα περιθώρια υπερβολικής μετακύλισης κόστους και βελτιώνουν τη διαφάνεια στην αλυσίδα παραγωγής και διανομής.

*Πολιτική και οικονομική αναλύτρια