ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Γιαλκέτσης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη διάρκεια του πολέμου και της σφαγής των Παλαιστινίων στη Γάζα, δύο χώρες υποστήριξαν ανοιχτά και άνευ όρων το Ισραήλ: οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία. Η κυβέρνηση του Βερολίνου αρνούνταν να καταδικάσει το Ισραήλ και δικαιολογούσε αυτή τη στάση της επικαλούμενη την ιστορική ευθύνη των Γερμανών για το Ολοκαύτωμα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι αρκετοί έγκυροι διεθνείς μελετητές κατηγόρησαν το Ισραήλ για γενοκτονία, οδήγησε πολλούς ανθρώπους να αναρωτηθούν αν η Γερμανία έχει αληθινά κάνει σε βάθος τους λογαριασμούς της με το σκοτεινό παρελθόν της.

Ο Ιταλός ιστορικός Εντσο Τραβέρσο, στο βιβλίο του «Η Γάζα μπροστά στην ιστορία» (μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2024), μεταξύ άλλων ασκεί κριτική στην εργαλειοποίηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος (και από μέρους της Γερμανίας) και εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η ναζιστική γενοκτονία από οικουμενικό μάθημα εναντίον της βαρβαρότητας μετατράπηκε σε αφήγημα που χρησιμοποιείται για να δικαιολογηθεί η τωρινή γενοκτονία στη Γάζα.

Σε μια συνέντευξή του στο αμερικανικό περιοδικό Jacobin, ο Τραβέρσο εξηγεί αυτή την ανησυχητική εκτροπή: «Η απάντηση της γερμανικής κυβέρνησης στον πόλεμο και στη γενοκτονία στη Γάζα δεν είναι εντελώς απροσδόκητη. Συνεχίζει τις πολιτικές μνήμης που η Γερμανία εφαρμόζει επί πολλά χρόνια. Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση της Γάζας λειτουργεί σαν αποκαλυπτική δοκιμασία, φανερώνοντας μιαν ανησυχητική μεταβολή του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται η μνήμη του Ολοκαυτώματος, πλήττοντας την υποδειγματική εργασία που είχε κάνει επί δεκαετίες η Γερμανία για να λογαριαστεί με το παρελθόν της. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η Γερμανία ξεκίνησε μια δύσκολη και οδυνηρή διαδικασία επανεξέτασης του παρελθόντος της. Επί δύο τουλάχιστον γενεές, η μνήμη των ναζιστικών εγκλημάτων έγινε σημαντικός σταθμός της γερμανικής ιστορικής συνείδησης. Αυτό το αξιοσημείωτο αποτέλεσμα κατέστη δυνατό σε μεγάλο βαθμό χάρη στην εργασία της μνήμης του Ολοκαυτώματος».

Σύμφωνα με τον Τραβέρσο, οι προϋποθέσεις για την ανησυχητική εκτροπή που παρατηρούμε σήμερα ενυπήρχαν σε μεγάλο βαθμό ήδη από τον καιρό της δημιουργίας της ομοσπονδιακής γερμανικής Δημοκρατίας το 1949: «Θεωρώ ότι αυτή η αλλαγή συντελέστηκε βαθμιαία, καθώς τα σπέρματά της ήταν ενσωματωμένα στη μνήμη του Ολοκαυτώματος ήδη από την αρχή. Ορισμένες από τις αντιφάσεις που ενυπήρχαν σε αυτή την εξέλιξη μπορούν να αναχθούν σε στιγμές όπως η κριτική του Γιούργκεν Χάμπερμας στον Ερνστ Νόλτε, ο οποίος υποστήριζε ότι η ενσωμάτωση της Γερμανίας στη Δύση επιτεύχθηκε μέσω της μνήμης του Αουσβιτς. Αυτή η σύνδεση της μνήμης του Ολοκαυτώματος με τις δυτικές αξίες έθεσε τις βάσεις για τη σταθερή υποστήριξη της Γερμανίας στο Ισραήλ. Τώρα όμως βρισκόμαστε σε μια παράδοξη κατάσταση.

Η Γερμανία, η οποία εξελίχθηκε σε πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό έθνος, απαιτεί μιαν άνευ όρων υποστήριξη στο Ισραήλ από μέρους όλων των πολιτών της, συμπεριλαμβανόμενων και εκείνων με παλαιστινιακή και μεταποικιακή καταγωγή. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια ειρωνική συνέπεια της προηγούμενης σύνδεσης της μνήμης του Ολοκαυτώματος με τη δυτική ταυτότητα. Θεωρώ ότι η μεταπολεμική Γερμανία, όπως και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ανέπτυξε μια μνήμη του Ολοκαυτώματος και των ναζιστικών εγκλημάτων, η οποία συχνά παραγνώριζε ή περιθωριοποιούσε την αναγκαία εργασία για την αντιμετώπιση της αποικιοκρατικής ιστορίας. Η προσοχή στο Ολοκαύτωμα, μολονότι σημαντική, επισκίαζε ή ελαχιστοποιούσε τη μνήμη της αποικιοκρατίας, δημιουργώντας μιαν ένταση που έγινε πιο φανερή μετά την 7η Οκτωβρίου. Αυτή η πολιτική της “απορημένης” μνήμης είναι η προϋπόθεση για την αγνόηση της αποικιοκρατικής διάστασης της ισραηλινής κατοχής της Γάζας και της Ιορδανίας.

Στον γερμανικό λόγο και σε εκείνο της Δυτικής Ευρώπης, ο Νετανιάχου παρουσιάζεται ως ο εκπρόσωπος των εβραίων ως θυμάτων. Κατά συνέπεια, οι Παλαιστίνιοι δεν είναι ένας απόκληρος λαός, αλλά μια νέα ενσάρκωση του αντισημιτισμού. Η Γερμανία είναι σήμερα συνένοχη για τη γενοκτονία στη Γάζα, όπως είναι και η Γαλλία, η Ιταλία και η Αγγλία. Ωστόσο, η εμπλοκή της Γερμανίας είναι ιδιαίτερα σημαντική τόσο εξαιτίας του ρόλου της όσο και εξαιτίας του συμβολικού της βάρους. Στα μάτια του μεγαλύτερου μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού, αυτό σημαίνει ότι η μνήμη του Ολοκαυτώματος έγινε ένα εργαλείο των αποικιοκρατικών πολιτικών. Ενώ τα εβραϊκά θύματα του ναζισμού πρέπει να μνημονεύονται, οι ζωές των Παλαιστινίων μπορούν να εξαλείφονται. Οσα συμβαίνουν στη Γάζα μάς υποχρεώνουν να επανεξετάσουμε την προσέγγισή μας στην πολιτική της μνήμης. Οφείλουμε να αρθρώσουμε μια πιο ισορροπημένη σχέση ανάμεσα στις διάφορες διαστάσεις της συλλογικής μνήμης. Οφείλουμε να συμπεριλαμβάνουμε όχι μόνο τη μνήμη του φασισμού, των ναζιστικών εγκλημάτων και του Ολοκαυτώματος, αλλά και εκείνη του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας, που είναι και αυτές προβληματικές όψεις του ευρωπαϊκού παρελθόντος.

Πολλοί άνθρωποι (κυρίως στη Γερμανία) νομίζουν ότι το να μιλάμε για γενοκτονία στη Γάζα σημαίνει ότι “σχετικοποιούμε” το Ολοκαύτωμα. Αυτό είναι επαίσχυντο. Το να διεκδικούμε τη μνήμη μιας γενοκτονίας για να δικαιολογούμε μιαν άλλη είναι ηθικά και πολιτικά απαράδεκτο. Η μνήμη του Αουσβιτς θα έπρεπε να μας κινητοποιεί για να αποτρέπουμε νέες γενοκτονίες και όχι για να τις δικαιολογούμε.

Οι ιστορικές συγκρίσεις δεν είναι ιστορικές αναλογίες. Μας βοηθούν να ερμηνεύουμε το παρόν. Φυσικά, οι εικόνες όχι μόνο των Ες Ες αλλά και των στρατιωτών της Βέρμαχτ που διαπράττουν εγκλήματα στο ανατολικό μέτωπο, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, μπορούν να παραβληθούν με τα εγκλήματα πολέμου που γίνονται στη Γάζα και στην Ιορδανία. Τα εκατοντάδες βίντεο που δείχνουν τους Ισραηλινούς στρατιώτες να γελούν πλάι σε ταπεινωμένους Παλαιστινίους ή πλάι σε πτώματα παλαιστινιακών θυμάτων ή που σκοπεύουν τους αμάχους, θυμίζουν τις εικόνες των εγκλημάτων πολέμου και γενοκτονίας που διαπράχθηκαν από τους Γερμανούς στρατιώτες κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου· ή από τους Ιταλούς στρατιώτες στην Αιθιοπία, στα Βαλκάνια και στην Ελλάδα και από τον γαλλικό στρατό στην Αλγερία στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Νομίζω ότι αυτές οι συγκρίσεις φανερώνουν καθαρά τις φαινομενολογικές ομοιότητες που υπάρχουν σε όλα τα ιμπεριαλιστικά, αποικιοκρατικά και φασιστικά εγκλήματα. Το να κάνουμε αυτές τις συγκρίσεις είναι θεμελιώδες, επειδή χρησιμεύουν ως προειδοποίηση και αυτή η προειδοποίηση είναι σωτήρια. Οφείλουμε όμως να είμαστε πολύ σαφείς: δεν συγκρίνω τη Γάζα με το Ολοκαύτωμα. Δεν υποστηρίζω ότι αυτό που συμβαίνει στη Γάζα είναι μια επανάληψη του Ολοκαυτώματος. Λέω απλώς ότι αυτό που συμβαίνει στη Γάζα είναι μια γενοκτονία. Το Ολοκαύτωμα ήταν μια γενοκτονία. Η εξόντωση των Αρμενίων ήταν μια γενοκτονία. Και η εξόντωση των Χερέρο ήταν μια γενοκτονία.

Οι γενοκτονίες μπορεί να διαφέρουν σημαντικά στη φαινομενολογία τους, στα μέσα καταστροφής που χρησιμοποιούν και στους πληθυσμούς που στοχεύουν. Φυσικά, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη πάρα πολλών αντισημιτών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι εβραίοι παρουσιάζονται πάντα ως θύματα και τώρα συμπεριφέρονται ακριβώς όπως οι ναζιστές. Αυτό είναι ένα τυπικό αντισημιτικό καθώς και απολογητικό επιχείρημα. Η γενοκτονία στη Γάζα, για παράδειγμα, χρησιμοποιείται συχνά για να υποβαθμιστούν ο ναζισμός και τα εγκλήματά του. Οφείλουμε να απορρίπτουμε αυτή τη δημαγωγία. Ωστόσο, δεν μπορούμε να λογοκρίνουμε ή να παραγνωρίζουμε τη γενοκτονία στη Γάζα μόνον επειδή φοβόμαστε αυτόν τον τύπο αντίδρασης. Είναι απαράδεκτο. Δεν μπορούμε να λέμε στους Παλαιστινίους: Λυπούμαστε, αλλά δεν μπορούμε να δράσουμε εναντίον της βίας και της καταπίεσης που υφίστασθε, επειδή αυτό θα μπορούσε να γίνει το πρόσχημα για να επανεμφανιστούν πολλοί παλαιοί αντισημίτες.

Η πάλη εναντίον του αντισημιτισμού δεν είναι ασύμβατη με την πάλη εναντίον της αποικιοκρατικής καταπίεσης της Παλαιστίνης. Στο παρελθόν, μια αντισημιτική προκατάληψη εξηγούσε ότι οι εβραίοι είναι επικίνδυνοι από τη φύση τους, όχι από τις συμπεριφορές τους αλλά απλώς από την ύπαρξή τους. Σήμερα, ένας λόγος εξίσου ανόητος και ανεύθυνος ισχυρίζεται ότι οι εβραίοι είναι αθώοι ή αγαθοί από τη φύση τους: είναι θύματα και δεν μπορούν να γίνουν δήμιοι. Είναι η αντεστραμμένη εκδοχή μιας παλιάς σκοταδιστικής προκατάληψης…»