Η αναφορά του Σι Τζινπίνγκ στην «Παγίδα του Θουκυδίδη», κατά την επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου στο Πεκίνο, αντιμετωπίστηκε, από τους περισσότερους, αποκλειστικά και μόνο ως έκφραση ελπίδας, αλλά και ειλικρινούς αγωνίας του Κινέζου προέδρου για την αποφυγή της σχεδόν βέβαιης, σύμφωνα με το σχήμα της «παγίδας», σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Ο Γκράχαμ Αλισον, στον οποίον οφείλεται ο όρος, ανέλυσε 16 ιστορικά παραδείγματα ανταγωνισμών μεταξύ κραταιών και ανερχόμενων δυνάμεων, οι περισσότεροι από τους οποίους κατέληξαν σε ένοπλη σύγκρουση. Το πλαίσιο του παρόντος άρθρου δεν μου δίνει τη δυνατότητα να επεκταθώ στην παρουσίαση αυτών των παραδειγμάτων και στις αδυναμίες του μοντέλου του Αλισον. Αλλωστε, αυτό που έχει, ίσως, μεγαλύτερη σημασία είναι ότι η αναφορά του Σι είχε, ως συνήθως, και άλλες αναγνώσεις.
Στον λόγο του Σι, η Κίνα, ως ανερχόμενη δύναμη, ταυτίζεται με την Αθήνα και οι ΗΠΑ, η υπερδύναμη σε παρακμή, με τη Σπάρτη. Και η ταύτιση αυτή φεύγει από το στενό πλαίσιο του ανταγωνισμού και οδηγεί συνειρμικά τους ακροατές του Κινέζου προέδρου σε άλλες ατραπούς: στην αναπόφευκτη σκέψη ότι οι ΗΠΑ ανήκουν στο παρελθόν, όπως κάθε παλαιά αυτοκρατορία που προσπαθεί μάταια να αντιταχθεί στην έλευση του νέου και δυναμικού ανταγωνιστή της.
Αντιστροφή κοινών παραδοχών
Αλλά και σε κάτι ίσως βαθύτερο: σε μια αντιστροφή των κοινών, ως τώρα, παραδοχών μας, η Αθήνα, το λίκνο του δυτικού πολιτισμού και της κλασικής κουλτούρας, ταυτίζεται με την Κίνα, ενώ οι ΗΠΑ με τη Σπάρτη, τη βαριά, αγωνιούσα, χερσαία δύναμη που επενδύει περισσότερο στη στρατιωτική ισχύ παρά στην καινοτομία και την ανανέωση της σκέψης. Και με έναν υποσυνείδητο τρόπο, η ταύτιση αυτή συνδέεται και με την απρόσμενη παραδοχή, μόλις πριν από μερικές μέρες, του πάλαι ποτέ γκουρού του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, Φράνσις Φουκουγιάμα, ότι πλέον η Κίνα φαντάζει σαν πολύ πιο πετυχημένο πρότυπο για τον κόσμο από την Αμερική.
Αν, όμως, στον λόγο –αλλά και την εν γένει συμπεριφορά– του Κινέζου προέδρου, οι συμβολισμοί και οι ιστορικές υποδηλώσεις χρησιμοποιούνται με έναν λεπτό, υπαινικτικό τρόπο, στην ιρανική πολιτική προπαγάνδα η Ιστορία λαμβάνει έναν πιο διδακτικό και θριαμβευτικό τόνο: αυτόν ακριβώς που χρησιμοποίησε πριν από λίγες μέρες ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαήλ Μπακαέι για να παραλληλίσει ενδεχόμενη αμερικανική εισβολή στο Ιράν με την καταστροφική για τους Ρωμαίους μάχη των Καρρών το 53 π.Χ. από τους Πάρθους (με επικεφαλής τον Σουρένα) και τη συντριβή και θανάτωση του στρατηγού Κράσσου, γνωστού για την απληστία και τη σκληρότητά του.
Η αναφορά είχε διπλή στόχευση: την ενίσχυση του εθνικού φρονήματος με την αξιοποίηση ενός παραδείγματος από το προϊσλαμικό ιρανικό παρελθόν (θυμίζοντάς μας τις αντίστοιχες πρακτικές χρήσης του προσοβιετικού ρωσικού παρελθόντος από τον Στάλιν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) και την εκμετάλλευση μιας κλασικής περίπτωσης ήττας του Γολιάθ από τον Δαβίδ, όπου ο ταπεινωμένος στρατός της ισχυρής Ρώμης αποδεκατίζεται και ο ίδιος ο αλαζόνας στρατηγός πεθαίνει καθώς του χύνουν λιωμένο χρυσάφι στο λαρύγγι.
Ο στρατηγός, το Ισραήλ και οι «άπιστοι»
Οι ιρανικοί μηχανισμοί προπαγάνδας αξιοποιούν, βεβαίως, και άλλες τεχνικές – για παράδειγμα, τη δημοσίευση, πριν από μια εβδομάδα, του τελευταίου σημειώματος του αρχηγού του Επιτελείου των Ιρανικών Ενόπλων Δυνάμεων, αντιστράτηγου Αμπντολραχίμ Μουσαβί, που σκοτώθηκε με την έναρξη των επιθέσεων στην Τεχεράνη: «Ο κόσμος είναι κάτι κακό, γιατί ακόμα κι αν τον αποκτήσεις όλο, δεν έχεις αποκτήσει τίποτα. Αλλά αυτή είναι και η καλή πλευρά του κόσμου, γιατί ακόμα κι αν τον χάσεις όλο, δεν έχεις χάσει τίποτα». Στις λίγες αυτές γραμμές, συνδυάζεται, με έναν τρόπο ιδιαίτερα ευφυή, η στωικότητα και η περιφρόνηση των εγκοσμίων με την αποφασιστικότητα και την επιμονή – αναδεικνύοντας παράλληλα τα στοιχεία που θέλει να τονίσει η ιρανική κυβέρνηση.
Και αν η Ιστορία έχει διαφορετικές αναγνώσεις στην Κίνα και στο Ιράν, στο Ισραήλ γίνεται ευρεία χρήση των κλασικών μοτίβων του αντισημιτισμού για να αντιμετωπιστεί οποιαδήποτε κριτική για τα εγκλήματα πολέμου και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Γάζα, στη Δυτική Οχθη και στον Λίβανο.
Η πρόσφατη αποστροφή του πρωθυπουργού Νετανιάχου («Επιτέλους, τελείωσε αυτός ο λίβελος του αίματος») με την αρχειοθέτηση της εισαγγελικής έρευνας κατά τριών στρατιωτών που κατηγορούνταν για βιασμούς και βασανιστήρια κατά Παλαιστίνιων αιχμαλώτων -αρχειοθέτηση που συνοδεύτηκε και από διοικητικό διωγμό μιας γενναίας εισαγγελέως– δείχνει με τον πλέον απερίφραστο τρόπο ότι οι αντισημιτικοί χαρακτηρισμοί χρησιμοποιούνται πλέον και στο εσωτερικό του Ισραήλ εναντίον οποιουδήποτε δεν ασπάζεται το κυρίαρχο αφήγημα.
Θυμίζοντάς μας, παραδόξως, τον τρόπο με τον οποίο οι τζιχαντιστές χρησιμοποιούν τη στάμπα του «απίστου» για να στιγματίσουν μετριοπαθείς μουσουλμάνους.
*Καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο
