ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Α. Σακκάς*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πρόσφατη, εκ μέρους των ΗΠΑ, εφαρμοζόμενη πρακτική μονομερούς στρατιωτικής και πολιτικής παρέμβασης σε εθνικά κυρίαρχες χώρες σε συνδυασμό με την προσφιλή μέθοδο των οικονομικά αναπτυγμένων δυτικών κυρίως χωρών να επιβάλλουν κυρώσεις προς «σωφρονισμό» των μη αρκούντως υποτακτικών πολιτικών αντιπάλων, αποτέλεσαν την έναρξη της αυθαίρετης επιβολής νέων ανατρεπτικών κανόνων στις διεθνείς διακρατικές σχέσεις. Οι συνεχιζόμενες δε πολεμικές αντιπαραθέσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Είναι συμπερασματικά εξόφθαλμη η συντελούμενη διάβρωση του μέχρι πρόσφατα ισχύοντος συστήματος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Αποτελεί, ως εκ τούτου, επιτακτικό πρόβλημα της διεθνούς κοινότητας, πρωτίστως των διεθνώς κυρίαρχων πολιτικοστρατιωτικών δυνάμεων, η επιλογή ενός σταθερού συστήματος λειτουργίας των διεθνών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων. Η μετά το 1990 επικρατούσα μονοκρατορία των ΗΠΑ αμφισβητείται ήδη από δύο χώρες που αναδύθηκαν κατά τις πρώτες 10ετίες του αιώνα που διανύουμε. Πρόκειται για την επαναστατική οικονομική ανάπτυξη της Κίνας και την ταχύρυθμη στρατιωτική ανασυγκρότηση της Ρωσίας. Παράλληλα προς τις δυνάμεις αυτές υπάρχει και η Ευρωπαϊκή Ενωση, που όμως, παρά το διεθνές οικονομικό και πολιτιστικό της βάρος, στερείται ουσιαστικά ενιαία πολιτική εκπροσώπηση και αντίστοιχη στρατιωτική ισχύ. Η Ελλάδα ως μέλος της προβληματιζόμενης Ευρωπαϊκής Ενωσης αναφορικά με τον διεθνή πολιτικό και στρατιωτικό ρόλο καθώς και της ταλαντευόμενης δομής του ΝΑΤΟ καλείται να επιλέξει εκ νέου τη θεωρούμενη ως συμφέρουσα (σωστή) πλευρά της Ιστορίας. Καθοριστικά στοιχεία γι’ αυτή την επιλογή προβλέπεται να είναι α) η συμμετοχή σε ομάδα χωρών που θα εγγυάται τη μέγιστη δυνατή στρατιωτική στήριξη απέναντι στις αναθεωρητικές επιδιώξεις της γειτονικής Τουρκίας και β) η εξασφάλιση ικανοποιητικής εξωτερικής οικονομικής και τεχνικής βοήθειας προκειμένου μέσω αυτών να επιτυγχάνεται η οικονομική ανάπτυξη της χώρας υπό κοινωνικά και πολιτικά ευνοϊκότερους όρους.

Η βέβαιη αποδοχή των δύο αυτών στοιχείων ισοδυναμεί με επιδοκιμασία τής μέχρι τώρα εθνικής επιλογής για ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. Εν όψει πάντως της κυοφορούμενης αναδιοργάνωσης των δύο αυτών οργανισμών είναι σκόπιμη μια συνοπτική αξιολόγηση της μέχρι σήμερα σχετικής ελληνικής εμπειρίας. Η Ελλάδα ως μόνιμο μέλος του ΝΑΤΟ γνώρισε 7χρονη στρατιωτική δικτατορία καθώς και τελείως ανεμπόδιστη εκ μέρους των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων τουρκική εισβολή και συνεχιζόμενη κατοχή μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως πλήρες δε μέλος της Ε.Ε. βίωσε την καταστροφικότερη κοινωνικοοικονομική κρίση (2010-2018) της Ιστορίας της. Σήμερα παραμένει η φτωχότερη, περισσότερο χρεωμένη και οικονομικά εξαρτημένη, με οξύ δημογραφικό πρόβλημα χώρα της Ε.Ε. με συνεχιζόμενη συμμαχική πολιτική Ποντίου Πιλάτου απέναντι στην εντεινόμενη τουρκική απειλή. Ο ασυζητητί συνεπώς ισχυρισμός, ιδιαίτερα των κυβερνητικών παραγόντων, ότι η παραπάνω επιλογή συμπίπτει με τη σωστή για τη χώρα πλευρά της Ιστορίας χρήζει οπωσδήποτε μιας αισθητά βελτιωμένης διατύπωσης.

Το συμπέρασμα, που προκύπτει αβίαστα, είναι ότι για την πραγματική στήριξη μιας χώρας από την ομάδα των θεωρούμενων ως συμμαχικών δυνάμεων δεν αρκεί μόνο η ενεργός συμμετοχή της ως μέλους αυτή της ομάδας. Απαιτείται, ως φαίνεται, και η ύπαρξη του ανάλογου οικονομικού και πολιτικού βάρους της συγκεκριμένης χώρας προκειμένου να τύχει της έμπρακτης ομαδικής συμπαράστασης των υπόλοιπων μελών. Η συνέχιση, κατά συνέπεια, της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που διακηρύσσει η κυβέρνηση αφ’ ενός επιτείνει τις τάσεις κατάρρευσης της ήδη φυλλορροούσας κοινωνικής συνοχής και αφ’ ετέρου διευκολύνει τη διολίσθηση της χώρας σε καθεστώς ουσιαστικού προτεκτοράτου με άμεσο κίνδυνο απεμπόλησης ζωτικών εθνικών συμφερόντων. Η εναλλακτική πρόταση που θα μπορούσε, υπό την παρούσα ρευστή διεθνή πολιτικοοικονομική συγκυρία, να αποτρέψει την εμφιλοχωρούσα εθνική αυτή κατολίσθηση είναι η κρατικά κατευθυνόμενη άσκηση αντι-νεοφιλελεύθερης στρατηγικής με κύριο σκοπό τη σταδιακή επίτευξη της αυτοτροφοδοτούμενης, δημοκρατικά θεμελιωμένης και κοινωνικά δικαιότερης οικονομικής ανάπτυξης. Αναμένεται από την προοδευτική αντιπολίτευση να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να συμφωνήσει στην αποδοχή και αναγκαία συγκεκριμενοποίηση της γενικά διατυπωμένης εναλλακτικής αυτής πρότασης.

Η προσήλωση στην υλοποίηση μιας παρόμοιου περιεχομένου αναπτυξιακής προοπτικής για τη χώρα θα αποτελούσε απάντηση στην αναζητούμενη νέα εθνικά «σωστή» πλευρά της Ιστορίας.

* Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών