ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσης Παπαϊωάννου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το νέο έργο, το πραγματικά νέο, δεν μπορεί παρά να θεμελιώνεται σ’ αυτά που έχουν προϋπάρξει και την ίδια στιγμή να αναβλύζει πηγαίο μέσα από τη ζώσα πραγματικότητα του παρόντος. Από τα έργα του παρελθόντος αντλούν οι ρίζες των νέων έργων τις ουσίες εκείνες που τα κάνει να αναπτύσσονται και να ανθίζουν μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Τίποτε δεν μπορεί να γεννηθεί από το μηδέν! Το παρελθόν πάντοτε αποτελεί το στέρεο έδαφος πάνω στο οποίο εδράζονται τα νέα έργα, σαν ένας υποδόριος ομφάλιος λώρος να τα συνδέει και να τα τροφοδοτεί με ό,τι πολυτιμότερο κληροδότησαν οι προηγούμενες γενιές στο παρόν.

Στις μέρες μας, πολλοί είναι εκείνοι οι αρχιτέκτονες τόσο στον τόπο μας όσο και στον διεθνή χώρο που συχνά περιφρονούν αυτή τη βασική συνθήκη της αρχιτεκτονικής. Διακατέχονται από αλαζονεία και κομπορρημοσύνη, ότι τάχατες η δουλειά τους είναι πρωτόφαντη, πρωτοποριακή, επαναστατική και δεν τη συνδέει τίποτε με τα έργα που χτίστηκαν στο παρελθόν. Ενταγμένοι μέσα στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες και επηρεασμένοι από τη μέθη του καταναλωτισμού που απαιτεί διαρκώς την παραγωγή νέων προϊόντων, έχουν πιστέψει ότι τα κτίρια που σχεδιάζουν και κατασκευάζουν δεν έχουν τίποτε κοινό με αυτά των συναδέλφων τους των προηγούμενων γενεών.

Μέσα σ’ αυτόν τον καταιγισμό καινοφανών και ολοένα πιο αλλοπρόσαλλων μορφών, όπου η μία καταγίνεται να υπερκεράσει σε εκζήτηση την άλλη, η σύγχρονη αρχιτεκτονική παλεύει να βρει τον δρόμο της που έχει χάσει από καιρό. Εχασε αυτό που τη συνέδεε με τα ουσιαστικά προβλήματα της ζωής κι έγινε ένα αδιάφορο αστραφτερό περιτύλιγμα, μιας κατά τα άλλα τυποποιημένης και καθόλου διαφορετικής εσωτερικής ζωής. Αλλάζει απλώς ρούχο, ενώ το σώμα της παραμένει το ίδιο. Ενα ρούχο εντυπωσιακό για τους «πελάτες», οι οποίοι διαρκώς ζητούν νέα «εκκεντρικά» κτίρια από τους διεθνείς αστέρες της αρχιτεκτονικής, όπως οι μόδιστροι της υψηλής ραπτικής που κάθε χρόνο παρουσιάζουν στις πασαρέλες τις νέες τους δημιουργίες. «Μια καθαρή τέχνη του εργαστηρίου είναι άγονη και αδύναμη, αφού ό,τι δεν πιάνει ζωντανές ρίζες γιατί πρέπει να υπάρχει;»1, αναρωτιέται η ζωγράφος Κέτε Κόλβιτς.

Οσο περνάνε τα χρόνια, τα κτίρια που χτίζονται έχουν κύριο στόχο να εντυπωσιάσουν και να καταπλήξουν ένα ακόρεστο και ανυπόμονο καταναλωτικό κοινό, παρά να δημιουργήσουν «δοχεία ζωής» και να προβάλουν «κάτι ουσιώδες, πολύ παλιό στον κόσμο, όπως όλα τα ουσιώδη πράγματα»2. Σαν το νέο smartphone ή το καινούργιο μοντέλο αυτοκινήτου που περιμένουν διακαώς οι πελάτες να τα αγοράσουν. Δεν προκύπτουν από μια νέα πραγματική ανάγκη, αλλά από μια κατασκευασμένη προσδοκία απόκτησης του «καινούργιου» που απλώς διαφέρει ελάχιστα από το προηγούμενο, δίχως τις περισσότερες φορές να το χαρακτηρίζει κάποια ουσιαστική καινοτομία. Τα κτίρια έχουν εδώ και χρόνια μετατραπεί σε απλά τυποποιημένα εμπορικά καταναλωτικά προϊόντα που θα πουληθούν ακριβά κι αυτά, όπως όλα τ’ άλλα στις αγορές των καιρών.

Μέσα στα κτίρια όμως περνάμε ολόκληρη τη ζωή μας. Εκεί γεννιόμαστε κι εκεί πεθαίνουμε! Οχι μόνον εμείς που τα χτίσαμε, αλλά και πολλοί άλλοι ύστερα από εμάς. Ανήκουν, κοντολογίς, και στις γενιές που θα έρθουν έπειτα από εμάς, όπως ανέκαθεν συνέβαινε στην ανθρώπινη ιστορία. Μ’ αυτή την έννοια, κάθε νέο χτίσμα, ανεξάρτητα από τη λειτουργία που επιτελεί, συμπληρώνει ακόμη μία ψηφίδα στο σύνολο που λέγεται πόλη και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του κτιριακού πολιτισμού ενός τόπου. Η ευθύνη μας, λοιπόν, ως αρχιτεκτόνων, είναι μεγάλη! Χτίζουμε στο παρόν, αλλά το έργο μας θα ταξιδέψει στο μέλλον, δίχως εμείς να γνωρίζουμε ποια θα είναι η μοίρα του και τι θα απογίνει μέσα στη σκόνη του χρόνου.

Ο χρόνος και οι επόμενες γενιές θα αποφανθούν για την αξία της αρχιτεκτονικής μας. Ας μη μας διακατέχει, συνεπώς, η αγωνία της πρόσκαιρης και γρήγορης επιβράβευσης που μπορεί σε μάκρος χρόνου να αποδειχθεί ασήμαντη και ανούσια. Το αρχιτεκτονικό έργο –θέλουμε, δεν θέλουμε– θα ταξιδέψει μόνο του μέσα στον χρόνο και συντροφιά του θα έχει τα κτίρια που βρίσκονται σήμερα δίπλα του ή κι άλλα που θα χτιστούν ολόγυρά του στο μέλλον. Αυτή η γειτνίαση και η συνομιλία του ενός χτίσματος με τα άλλα, της μιας εποχής με τις προηγούμενες και τις επόμενες, οφείλει να ενδιαφέρει τον αρχιτέκτονα κι ας μην ακούσει ποτέ στη ζωή του ο ίδιος αυτή τη «συνομιλία». Οταν όμως σχεδιάζει, θα πρέπει να προσπαθήσει να έχει κατά νου κι αυτά τα «ανείπωτα λόγια», σαν να αφουγκράζεται νοερώς τους ψιθύρους που θα έρχονται από μακριά: τόσο από το παρελθόν όσο κι από το μέλλον. Τότε νομίζω πως άλλες θα είναι οι προτεραιότητες που θα τον απασχολούν. Αλλιώς θα σκέφτεται όταν τραβάει τις γραμμές πάνω στο σχέδιό του έχοντας κύριο στόχο να υπηρετήσει τις ουσιαστικές και βαθύτερες ανάγκες των ανθρώπων που δεν γνωρίζουν σύνορα στον χώρο όσο και στον χρόνο.

Εχοντας αυτές τις σκέψεις κατά νου, ίσως να στοχαζόμαστε πιο σοβαρά τις επιπτώσεις που θα έχει η αρχιτεκτονική που χτίζουμε μέσα στις πόλεις ή δίπλα στο φυσικό τοπίο. Ισως να σκεφτούμε ότι κάθε τι που χτίζουμε αφορά όχι μόνον τη δική μας τη γενιά, αλλά επηρεάζει καθοριστικά και όλες αυτές που θα ζήσουν εκεί ύστερα από εμάς. Με τα χτίσματα αυτά διαμορφώνουμε, κοντολογίς, το ανθρωπογενές περιβάλλον μέσα στο οποίο διαβιούμε και τότε, ίσως σκεφτούμε πως η αρχιτεκτονική που κάνουμε δεν είναι απλώς ακόμη ένα ευτελές και εφήμερο καταναλωτικό προϊόν, αλλά κάτι πιο ουσιαστικό και καίριο που έχει να κάνει με τον χώρο μέσα στον οποίο γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε και ζούμε. Τον χώρο που διαμορφώνει και μας τους ίδιους.

1. Κέτε Κόλβιτς, Ημερολόγια και γράμματα, μτφ. Ανθή Λεούση, Ινδικτος, Αθήνα 2006
2. Βικτόρ Σερζ, Σημειωματάρια 1936-1947, μτφ. Μαριάννα Τζιαντζή, ΚΨΜ, Αθήνα 2025

*Αρχιτέκτων-ομότιμος καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ