Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συμβαίνει συχνά. Παρά τα σημάδια των καιρών, οι λαοί βαδίζουν στον όλεθρο υπνοβατώντας. Ετσι έγινε κι εδώ. Ισως ένα από τα απέριττα διηγήματα του Μάριου Χάκκα [«Το ψαράκι της γυάλας», 1971 (Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού, Αγρα, 2024)] εικονογραφεί ακριβώς το πώς η διάψευση των προσδοκιών, η αλλοτρίωση από τον πρόσκαιρο ευδαιμονισμό, αλλά και ο φόβος, αδρανοποίησαν τις κοινωνικές αντιστάσεις και ανέστειλαν κάθε αγωνιστικό φρόνημα. Παρά την προηγηθείσα παρατεταμένη πολιτική αστάθεια, ο αιφνιδιασμός της ελληνικής κοινωνίας ήταν απόλυτος, το μούδιασμα καθολικό. Κανείς δεν κατάλαβε πότε άρχισε «να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας…».

«Οταν συνήλθα με είχαν γυψώσει ολόκληρο», γράφει ο Θανάσης Βαλτινός στο εμβληματικό διήγημα «Ο γύψος», τη δική του συμβολή στα «Δεκαοχτώ Κείμενα» (Κέδρος, 1970), αυτή τη σπάνια εκδοτική σύμπραξη αριστερών και δεξιών δημιουργών. Απέναντι στον εκχυδαϊσμένο ολοκληρωτικό λόγο του καθεστώτος, μια δράκα «χιλιοψαλιδισμένα» κείμενα κάθε είδους, «αβέβαιες κειμενικές χειρονομίες», που χρησιμοποίησαν, όπως έδειξε ο Δημήτρης Παπανικολάου, «όλη την παλέτα των τρόπων που μετέρχεται ο λόγος σε καθεστώς λογοκρισίας»: ποίηση, δοκίμιο, αλληγορίες και παρωδίες, δυστοπίες και εσχατολογικά κείμενα, υπαρξιακές αναζητήσεις και παράλογα θεατρικά σπαράγματα, κι ανάμεσά τους, τρία διηγήματα που, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ρόδη Ρούφου («Ο υποψήφιος»), υιοθέτησαν τον «έμμεσο μπορχεσιανό τρόπο», χρησιμοποιώντας ως σκηνικό φόντο μιαν ανύπαρκτη μπανανία της Λατινικής Αμερικής: η «Αλλαξοκαιριά» του Στρατή Τσίρκα, ο «Μικρός διάλογος» της Καίης Τσιτσέλη, αλλά και το «Ελ Προκοραδόρ» του Θ. Δ. Φραγκόπουλου θα πρέπει να τοποθετηθούν στην ανύπαρκτη Αννουσιανσιόν, πρωτεύουσα της ανυπόστατης Βολιγουάης.

Η σχετική λογοτεχνική παραγωγή βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μελετητών, κριτικών και γραμματολόγων. Η Δέσποινα Σκούρτη ανέδειξε τους πολύτροπους «αντικατοπτρισμούς» της περιόδου 1967-1974 στην ελληνική πεζογραφία (2015), ενώ ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη, ανά γενιά συγγραφέων, της αποτύπωσης και της λογοτεχνικής μνήμης στο εκκρεμές μεταξύ ατομικού και συλλογικού (2017).

Σπάνιο φωτογραφικό ντοκουμέντο από τουρίστα μέσα από την τζαμαρία του ξενοδοχείου «Χίλτον» την 21η Απριλίου του 1967 ο οποίος το έδωσε στη δημοσιότητα όταν γύρισε από την Αθήνα στη Ρώμη
Σπάνιο φωτογραφικό ντοκουμέντο από τουρίστα μέσα από την τζαμαρία του ξενοδοχείου «Χίλτον» την 21η Απριλίου του 1967 ο οποίος το έδωσε στη δημοσιότητα όταν γύρισε από την Αθήνα στη Ρώμη | AP PHOTO

Κατά κάποιο τρόπο, η δικτατορία και ο απόηχός της ήρθαν και κούμπωσαν στο ήδη πνιγηρό αίσθημα εγκλωβισμού (στη δίνη της Ιστορίας) που κυριαρχούσε και κατά τη θαυμαστή για τη δημιουργικότητά της δεκαετία του 1960. Μπροστά στην αβεβαιότητα της εποχής, ο κριτικός ρεαλισμός αναδιπλώθηκε και ο φυγόκεντρος μοντερνισμός αναπροσανατολίστηκε (από τον Νίκο Πολίτη στον Αλέξανδρο Σχινά), αλλά το ειρκτικό φαντασιακό κυριάρχησε παντού, καθώς εικόνες του εξωτερικού χώρου εισέβαλλαν στον εσωτερικό κόσμο, σε μια διαρκή διαπίδυση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου. Την αρχική ανάγκη της καταγραφής ακολούθησε ο βαθύτερος αναστοχασμός για τα αίτια, τις ευθύνες της κοινωνίας και τις συνέπειες στη συλλογική μνήμη.

Ισως οι καλύτερες εισαγωγές στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής παραμένουν το «Ζ – Φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος» (1966 – Gutenberg, 2016) του Βασίλη Βασιλικού και ο «Ο ωραίος λοχαγός» (1982 – Πατάκης, 2018) του Μένη Κουμανταρέα. Ακόμα και αν αναφέρονται σε προγενέστερα γεγονότα, η ντοκουμενταρισμένη εκδοχή της δολοφονίας του Λαμπράκη και η πορεία ενός νεαρού αξιωματικού στους σκοτεινούς διαδρόμους του στρατιωτικού παρακράτους αποτυπώνουν εξαιρετικά το επερχόμενο σκότος – μπρούτα ζοφερό το πρώτο, υπαινικτικά πνιγηρό το δεύτερο.

Προφανώς, η ανελευθερία και η ακραία πολιτική βία «ευνόησαν» τη λογοτεχνία του εγκλεισμού. Εικόνες ασφυκτικού περιορισμού και εκμηδένισης της ανθρωπινότητας κυριάρχησαν σε πλήθος βιβλία, μεταξύ μαρτυρίας και λογοτεχνίας: οι «Ανθρωποφύλακες» (Στοκχόλμη, 1969 – Εκδόσεις των συναδέλφων, 2022) του Περικλή Κοροβέση, αλλά και το «Μπουμπουλίνας 18» (1978 – Θεμέλιο, 2005) της Κίττυς Αρσένη, οι συγκλονιστικές δηλαδή μαρτυρίες των συγγραφέων τους για τα βασανιστήρια στην έδρα της Γενικής Ασφάλειας και τα κολαστήρια της ΕΑΤ/ΕΣΑ, αποτελούν εξαιρετικά δείγματα της λογοτεχνίας-ντοκουμέντο. Μαζί με τον «Λοιμό» (1972 – Ποταμός, 2025) του Ανδρέα Φραγκιά, τον ύψιστο βαθμό εγκλεισμού δηλαδή, και το στρατόπεδο ως «ηθικό εργαστήριο», θα έχουν πάντοτε μια θέση στην παγκόσμια ιστορία της ανείπωτης φρίκης του 20ού αιώνα. Ομως, ο ακούσιος εγκλεισμός δεν οδήγησε πάντα στην καταγγελία, όπως δείχνει η ήρεμη σωματοποίηση της οριακής εμπειρίας στη «Μαύρη γαλήνη» (1967 – Το ροδακιό 2007) του Δ. Ν. Μαρωνίτη.

Στις προσωπικές περιπέτειες του Σπύρου Πλασκοβίτη αναφέρονται τα γραμμένα μέσα στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Κορυδαλλού, μεταξύ 1969-1972, διηγήματα της συλλογής «Το συρματόπλεγμα» (1974), όπως και τα ξεχασμένα σήμερα αφηγήματα του δεξιοτέχνη του ρεπορτάζ Γιώργου Καράγιωργα «Ο βασανιστής και άλλα διηγήματα» (1976). Η νουβέλα με τον σύγχρονο Φιλοκτήτη στον «Δρόμο προς τον Κολωνό» (1979) της Καίης Τσιτσέλη αναμοχλεύει τη συνακόλουθη θεματική της εξορίας, την πολιτική εμπειρία της χουντικής επταετίας ανασυσταίνει, με αντικειμενικότροπες αφηγηματικες τεχνικές, ο Χριστόφορος Μηλιώνης στα «Διηγήματα της δοκιμασίας» (1974-1978), ενώ ο «Θάνατος μισθωτού» (1986) του Πέτρου Αμπατζόγλου διαθλά με καφκικό τρόπο την ιστορία του Παύλου Μπατή που συλλαμβάνεται προληπτικά με την κατηγορία του αντικαθεστωτικού και κλείνεται σε μια πρότυπη φυλακή.

Διαδήλωση φοιτητικών οργανώσεων για την αποχουντοποίηση
Διαδήλωση φοιτητικών οργανώσεων για την αποχουντοποίηση | Φωτογραφικό Αρχείο εφ. “Σοσιαλιστική αλλαγή”

Ομως, δίπλα σ’ αυτούς τους αναγκαστικούς εγκλεισμούς υπήρχε και ένας εκούσιος – και μάλιστα συλλογικός. Η φοιτητική εξέγερση του Πολυτεχνείου, που μετεξελίχθηκε σε ένα από τα κομβικά γεγονότα της σύγχρονης Ιστορίας μας, αποτυπώθηκε εξαιρετικά στη λογοτεχνία με διάφορους αλληλοσυμπληρούμενους τρόπους: από το «Χρονικό των τριών ημερών» (1974) της Κωστούλας Μητροπούλου και το «Πώς φτάσαμε στη νύχτα της μεγάλης σφαγής» (1975) της Λιλής Ζωγράφου ή το αδίκως ξεχασμένο σήμερα βιβλίο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη «Το μυστήριο» (1976), και από εκεί στον πιο πρόσφατο «Ερασιτέχνη επαναστάτη» (Ικαρος, 2018) του Απόστολου Δοξιάδη.

Το 1979 κυκλοφορούν τα δύο επιδραστικά βιβλία για την εποχή, στα οποία η νεοελληνική πραγματικότητα δεν αποτελεί απλώς το ιστορικό πλαίσιο, αλλά είναι αυτό το πλαίσιο. Στο «Αντιποίησις Αρχής» (1979) του Αλέξανδρου Κοτζιά, «ο δικός μας», ολοκληρωτικός πόλεμος «που άρχισε το 1943» και συνεχίστηκε, με αμείωτη ένταση, για δεκαετίες, μοιάζει να κλείνει τον κύκλο του το 1973, με την υπαρξιακή κατάρρευση ενός παρακρατικού χαφιέ τις μέρες ακριβώς της παρόξυνσης του κρατικού αυταρχισμού και του εθνικόφρονος δωσιλογισμού. Οσο για την «Αρχαία σκουριά» (1979 – Πατάκης 2008) της Μάρως Δούκα, εδώ εισάγονται, ήδη με εμφατικό τρόπο και εντός του πανηγυρικού κλίµατος της μεταπολίτευσης, η αμφιβολία για την ανώδυνη μνημείωση και η ανάγκη αναστοχασμού: «Ηταν ο Λαμπράκης ζει, έγινε ο Σωτήρης ζει. Αύριο θα ζει το Πολυτεχνείο, η χαμένη εξέγερση».

Την αιματοβαμμένη σημαία από την εξέγερση του Πολυτεχνείου κρατούν φοιτητές στην πορεία για τον εορτασμό των 50 χρόνων
Την αιματοβαμμένη σημαία από την εξέγερση του Πολυτεχνείου κρατούν φοιτητές στην πορεία για τον εορτασμό των 50 χρόνων | Michael Varaklas/ASSOCIATED PRESS

Η απογοήτευση για την «πλάνη της μεταπολίτευσης» εντοπίζεται σε πολλά κείμενα: από την ιστορία μιας φοιτήτριας που βιάστηκε από τους εσατζήδες στο «Η νευρή» (1985) του Νίκου Κάσδαγλη, μέχρι την ολοκληρωτική κατάρρευση των αρχών της λεγόμενης «γενιάς του Πολυτεχνείου» στο «Ονειρο του Οδυσσέα» (Μεταίχμιο, 2011) του Μάκη Καραγιάννη, όπου ένας εξέχων πανεπιστημιακός και πρώην αντιστασιακός κατηγορείται για υπεξαίρεση κρατικών κονδυλίων. Ακριβώς στο κέντρο του επαναλαμβανόμενου εφιάλτη της «Κωμωδίας» (Πόλις, 2010) του Αχιλλέα Κυριακίδη βρίσκεται ένας πολυβραβευμένος διανοούμενος της ίδιας γενιάς, πλην προδότης…

Προφανώς το αστυνομικό ελληνικό αφήγημα δεν αδιαφόρησε. Πλούσιο και πρωτότυπο ντοκουμενταρισμένο ιστορικό φόντο, από τις πρώτες ώρες και ημέρες της χούντας, βρίσκει κανείς στο «Χαμένο παιχνίδι» (Αγρα, 1995) του Ανδρέα Αποστολίδη, και για τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης στη συνέχειά του: «Τα εγκλήματα στην πανσιόν Απόλλων» (Αγρα, 2000). Στα «Ο Τσε αυτοκτόνησε» (2003) και «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» (2012) του Πέτρου Μάρκαρη, ή στο «Ψέμα του λύκου» (Καστανιώτης, 2013) του Γιώργου Μπράμου παρακολουθεί κανείς την εξέλιξη της γενιάς του Πολυτεχνείου, ενώ στην αφετηρία τού «Εβαφε ο Στάλιν τα μαλλιά του;» (Καστανιώτης, 2021) του Ιερώνυμου Λύκαρη βρίσκεται η τυχαία συνάντηση του κεντρικού ήρωα με τον βασανιστή του κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, μέσα στον Ηλεκτρικό.

Αλλα κείμενα ανέδειξαν όψεις της ατομικής ή της συλλογικής και θεσμικής κατάπτωσης. Ο Διονύσης Χαριτόπουλος μεγέθυνε γκροτέσκα τη στρατιωτική ζωή της περιόδου, τόσο με το χρονικό της θητείας ενός δόκιμου στον Εβρο του 1967 [«Πρόβες πολέμου», (Τόπος, 2014)] όσο, κυρίως, με τις κωμικοτραγικές καταστάσεις κατά την επιστράτευση του 1974 [«525 Τάγμα πεζικού» (Κέδρος, 1981 – Τόπος, 2015].

Αλλοι επέλεξαν τον δρόμο της μεταμοντέρνας παρωδίας ή και της φάρσας, όπως συμβαίνει στην αλληγορική τραγικωμωδία «Μακαβέττας» (1989) του Απόστολου Δοξιάδη, όπου ο αξιωματικός που προσπαθεί να καταστείλει ένα πραξικόπημα γίνεται ο ίδιος συνωμότης, ή στην υπερβολική σάτιρα του Αύγουστου Κορτώ που ανεβάζει επί σκηνής ακόμα και τους συνταγματάρχες, «ευνουχίζοντας» την εξουσία τους [«Της χούντας το πουλί» (Πατάκης, 2025)].

Η καταστολή των προσωπικών ελευθεριών θα κυριαρχήσει σε άλλα κείμενα. Στο «Επάγγελμα πόρνη» (Αλεξάνδρεια, 1994) η Λιλή Ζωγράφου καταγγέλλει με σαρκαστικό χιούμορ την ανελευθερία και την καθεστωτική υποκρισία. Στην «Πλατεία Κλαυθμώνος» (Μεταίχμιο, 2023) του Γιώργου Συμπάρδη, η αναίτια σύλληψη ενός φοιτητή επί δικτατορίας και η περιπλάνησή του στον κόσμο των ομοφυλόφιλων της εποχής είναι η αφορμή αναζήτησης της προσωπικής ταυτότητας. Στο «Αντρες χωρίς άντρες» (Πατάκης, 2023) του Νίκου Δαββέτα, η αφήγηση φωτίζει την ιστορία της προβληματικής οικογένειας ενός έμμισθου συνεργάτη της Ασφάλειας που αποτάχθηκε «λόγω ομοφυλοφιλίας».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν κείμενα που αφουγκράζονται το διαγενεακό τραύμα: στην «Ανάκριση» (Μεταίχμιο, 2008) του Ηλία Μαγκλίνη, η Μαρίνα υποδύεται ψυχαναγκαστικά το ψυχικό και σωματικό μαρτύριο του πατέρα της στα κολαστήρια της ΕΑΤ/ΕΣΑ, προσπαθώντας να οικειοποιηθεί το δικό του παρελθόν, στο «Κλίμακα Μπόγκαρτ» (Αντίποδες, 2022) της Μαρίας Φακίνου, η κόρη ενός βασανιστή έρχεται αντιμέτωπη με το ερώτημα της ευθύνης της επόμενης γενιάς, ενώ στο «Καταγωγή ή Οι ιστορίες των άλλων» (Πόλις, 2023) του Νικόλα Σεβαστάκη ένας επίδοξος συγγραφέας ανακαλύπτει την κρυμμένη αντιδικτατορική δράση της μητέρας του σε μια δραματική ιστορία ενηλικίωσης που αναζητά, πέρα από βολικές παραμυθίες, τη ρήξη με τον κύκλο του κακού.

Απόηχοι της χουντικής επταετίας διατρέχουν συχνά κείμενα συγγραφέων κάθε γενιάς. Στο «Κάτω από τις οπλές» (Αγρα, 2010) του Γιάννη Ατζακά, τα εγκιβωτισμένα στο μυθιστόρημα «στρατιωτικά ημερολόγια» ανασυσταίνουν τη σκοτεινή ανελεύθερη εποχή», στους «Τυφλούς» (Καστανιώτης, 2017) του Νίκου Μάντη υπάρχει μια εξαιρετική αναδιήγηση των χουντικών εορτών στο Καλλιμάρμαρο από την οπτική ενός νεαρού εύζωνα, στο «Λάδι σε καμβά» (Μεταίχμιο, 2022) του Αλέξη Πανσέληνου προσωπικά όνειρα και καλλιτεχνικά οράματα βρίσκουν τοίχο στη μεγάλη Ιστορία, ενώ στα «Ψιλά γράμματα» (Καστανιώτης, 2022) της Ιωάννας Καρυστιάνη, ο κεντρικός ήρωας σημαδεύεται διά βίου από τη συνάντηση, την Παρασκευή 17 Νοέμβρη του ’73, έξω από το Πολυτεχνείο, με τη χιμαιρική μορφή μιας κοπέλας.

Η σύγκριση των αφηγηματικών ελιγμών της Ρέας Γαλανάκη στα πεζά της συλλογής «Πού ζει ο λύκος;» (1982 – Καστανιώτης, 2024) με την ώριμη αναδιήγηση των ίδιων γεγονότων σε αυτομυθοπλασιακά της κείμενα, αποτυπώνει τη σημασία της βίαιης προσωπικής και συγγραφικής ενηλικίωσης σ’ αυτή την ταραγμένη περίοδο.

Στον εξομολογητικό μονόλογο «Μ’ ένα καφάσι μπίρες» (Κέδρος, 2009), η Νίκη Τρουλλινού διαθλά προσωπικές εμπειρίες μέσα από την αφύπνιση ενός γυναικείου χαρακτήρα με φόντο τη δικτατορία και τη μεταπολίτευση, ενώ πρόσφατα συγκέντρωσε, με αντιηρωικό τόνο και το βλέμμα στη σύγχρονη πραγματικότητα, ιστορίες για πρόσωπα και καταστάσεις του αντιδικτατορικού αγώνα («Οδός Σόλωνος», Ποταμός, 2024), όπως έκανε και η Μαριάννα Τζιαντζή στις δικές της «Ιστορίες του Νοέμβρη» (Καστανιώτης, 2025).

Και η περιδιάβαση θα μπορούσε να συνεχιστεί… Σε μια εποχή βίαιου αναθεωρητισμού, εξωραϊσμού της δικτατορίας και απαξίωσης της μεταπολίτευσης, η επιστροφή στη λογοτεχνική μνήμη της Επταετίας, που λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ της βιωμένης εμπειρίας και της ιστορικής γνώσης, είναι «το πρώτο βήμα» για την «αυτογνωσία» μας, όπως έγραφε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης στο τέλος του δοκιμίου για τον καβαφικό «Δαρείο» στα «Δεκαοχτώ κείμενα».